Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου
Καθηγητού – Κλασσικού Φιλολόγου
Ιστορικού – Συγγραφέως
Αντιπροέδρου τού Συνδέσμου τών Απανταχού Λακώνων «Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ»
Για τους γνωρίζοντες ιστορία είναι γνωστό πως οι ιστορικές περίοδοι είναι σαν ένα ποτάμι, το οποίο εάν το παρατηρήσει κάποιος από ψηλά φαίνεται να είναι ακίνητο. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, διότι το ποτάμι διακινεί τεράστιες μάζες υδάτων. Γι αυτό και ο Ηράκλειτος είχε πει «τα πάντα χωρεί και ουδέν μένει· δίς εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης». Δηλαδή δεν εννοεί ότι δεν θα μπει κάποιος δύο φορές στο ίδιο ποτάμι, αλλά ότι δεν θα μπει δύο φορές στα ίδια νερά, διότι αυτά δεν είναι στάσιμα, κινούνται έστω αργά, ακόμη κι αν δεν φαίνονται. Πότε όμως αρχίζουν να φαίνονται τα νερά ενός ποταμού ότι κινούνται; Μα όσο πλησιάζουν στον καταρράκτη. Τότε είναι φανερό ότι αρχίζουν πλέον να κινούνται όλο και πιο γρήγορα για να πέσουν με ορμή σε αυτόν!
Το ίδιο συμβαίνει και στην ιστορία. Μία ιστορική περίοδος είναι σαν ένα ποτάμι. Μπορεί να είναι μακροχρόνια, χωρίς να διαφαίνονται αλλαγές. Να μοιάζει σαν τα στάσιμα νερά. Η κίνηση όμως των γεγονότων είναι εμφανής όσο πλησιάζουμε στον ιστορικό καταρράκτη! Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έχουμε την αλλαγή τής ιστορικής δομής! Εκεί που τα νερά τού ιστορικού ποταμού κινούνται γρήγορα, έχουμε την κίνηση και την απανωτή διαδοχή τών γεγονότων. Αυτό όμως είναι και το σημείο, που αναδεικνύονται οι προσωπικότητες. Οι χαρισματικοί ηγέτες! Αυτοί που θα πάρουν τα ηνία και θα οδηγήσουν έναν λαό στην σωτηρία, δηλαδή στην επιβίωση από την πτώση στον καταρράκτη και στην ανάδειξη των δημιουργικών του δυνάμεων! Αν για παράδειγμα ο Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός Γέρος τού Μωριά είχε γεννηθεί τον 16ο αιώνα, πιθανόν να είχε ηγηθεί ενός εκ των εκατοντάδων αποτυχόντων επαναστατικών κινημάτων κατά την περίοδο τής τουρκοκρατίας. Επειδή όμως γεννήθηκε, όταν το ιστορικό ποτάμι πλησίαζε τον καταρράκτη τής αλλαγής τής ιστορικής δομής, ανεδείχθη σε αυτήν την τεραστίου μεγέθους προσωπικότητα!
Τον τελευταίο χρόνο και ειδικά τον τελευταίο μήνα διαπιστώνουμε ότι τώρα πλησιάζουμε σίγουρα προς έναν ακόμη ιστορικό καταρράκτη! Τα οικονομικά δεδομένα στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο κινούνται πάρα πολύ γρήγορα. Δεν γνωρίζουμε αν την επόμενη εβδομάδα θα έχουμε ευρωζώνη, αν θα έχουμε εθνική κυριαρχία κ.λπ. Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρόν για τους άξιους ηγέτες να αναδειχθούν. Ηγέτες με προσωπικότητα, με προσόντα, με εθνικό φρόνημα! Ηγέτες υπηρέτες τού κυρίαρχου λαού και όχι υπάλληλοι ξένων συμφερόντων!
Είναι προφανές ότι οι ικανότεροι μπορούν να παράγουν πάντα καλλίτερο αποτέλεσμα, ειδικά όταν είναι σε ηγετικές θέσεις. Στην αρχαιότητα, άλλωστε, επιδιωκόμενος ήταν ο συνδυασμός αρετής και δύναμης. Οι πιο ικανοί ηγέτες έχουν κατά κανόνα και όρεξη για δουλειά, οπότε μπορούν να αξιοποιήσουν και τις δικές τους δυνατότητες και τών συνεργατών τους. Θα βρουν λύσεις και διεξόδους στα διάφορα προβλήματα και θα μπορέσουν να οδηγήσουν προς τα εμπρός ακόμα και τους λιγότερο ικανούς. Αντίθετα οι λιγότερο ικανοί, από την φύση τους, δεν μπορούν να προσφέρουν αρκετά, ιδιαίτερα όταν οι διαφορές γίνονται εμφανέστερες και τα προβλήματα δύσκολώτερα. Εξ άλλου ο καλός ο καπετάνιος στην φουρτούνα φαίνεται, όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός μας. Ο Δημόκριτος (68Β49 DK) τόνιζε ότι «είναι άσχημο να σε κυβερνάει κάποιος χειρότερος» (χαλεπόν αρχεσθαι υπό χείρονος). Ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια, οι Έλληνες έχουν νοιώσει στο πετσί τους τί σημαίνει αυτό! Κι όμως, το ότι μας κυβέρνησαν χείρονες πολιτικοί δεν σημαίνει ότι σήμερα δεν υπάρχουν ικανοί ηγέτες. Υπάρχουν, όπως υπήρξαν σε κάθε ιστορική περίοδο. Το θέμα είναι κατά πόσον οι ικανοί προωθούνται, παρ’ ότι φαίνονται. Διότι οι ρεαλιστικές προτάσεις τους και η μέχρι τώρα επιτυχία τους είναι η πιο απλή απόδειξη γι’ αυτό! Ο Ηράκλειτος (22Β 49 DK) τόνιζε ότι για τον ίδιο «ο ένας αξίζει όσο δέκα χιλιάδες, αν είναι άριστος». (Είς έμοί μύριοι, εάν άριστος ήι). Κι ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά», (1255a 14) επισημαίνει ότι «αυτό που υπερισχύει, υπερισχύει επειδή υπερέχει σε κάποια ικανότητα» (εστίν αεί το κρατούν εν υπεροχή αγαθού τινος). Επομένως κι ο άξιος ηγέτης πρέπει να προχωρεί ακριβώς διότι είναι άξιος! Ο ίδιος ο μεγάλος φιλόσοφος λίγο παρακάτω («Πολιτικά», 1315a 36) διευκρινίζει ότι όποιοι είναι καλλίτεροι, αυτοί πρέπει να αναλαμβάνουν τα αξιώματα (οπότεροι δ' αν ώσι κρείττους. τούτους ιδίους μάλιστα ποιείσθαι της αρχής).
Εάν στις ηγετικές θέσεις βρίσκονται λιγότερο ικανοί, τότε τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα. Αυτοί οι ολίγιστοι αυξάνουν το κόστος παραγωγής και επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα τα σπασμένα να τα πληρώνουν πάντα οι πολλοί με την μορφή υψηλότερης ανεργίας, χαμηλότερων μισθών, οριζόντιων περικοπών κ.λπ. Δεν τα τρώμε μαζί αλλά τα πληρώνουμε μαζί! Όμως αυτοί που δεν αποδίδουν, όπως είπαμε, συγκρατούν τους πιο εργατικούς, τους πιο φιλόπονους, τους πιο παραγωγικούς εργαζόμενους. Για παράδειγμα, σε μια επιχείρηση η οποία δεν πάει καλά, το διαπιστώσαμε και προσφάτως ότι μειώνει το προσωπικό. Όμως, αν και υπεύθυνα είναι τα υψηλόβαθμα στελέχη, τα «γκόλντεν μπόϋς», την «νύφη» την πληρώνουν πάντα οι κατώτεροι στην ιεραρχία. Το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική. Αν αποτύχει το πρόγραμμα και τα μέτρα τών πολιτικών την νύφη την πληρώνει ο αδύναμος λαός και κατ’ επέκτασιν η πατρίδα!
Ο Αριστοτέλης («Πολιτικά», 1282b 34) δίδασκε ακόμη ότι τα καλλίτερα υλικά και όργανα (υπονοώντας και την εξουσία) πρέπει να δίνονται σ’ αυτούς που είναι ικανοί να παράγουν το καλλίτερο δυνατό έργο, διότι αυτοί θα τα αξιοποιήσουν αποτελεσματικώτερα από τους λιγότερο ικανούς (δει δε τω κατά το έργον υπερέχοντι διδόναι και των οργάνων την υπεροχήν). Για παράδειγμα, λέει, την καλλίτερη κιθάρα πρέπει να την έχει ο καλλίτερος κιθαρίστας, γιατί αυτός θα βγάλει την καλλίτερη μουσική (δηλαδή ήχους που θα απολαύσουν όλοι περισσότερο). Η ίδια λογική ισχύει και για την εξουσία: Πρέπει να την ασκούν οι πιο ικανοί• αυτοί που θα κάνουν καλλίτερη χρήση της, έτσι ώ¬στε στο τέλος να ωφελούνται και οι πολλοί και η πόλη.
«Πρέπει κάθε ηγετική θέση να την κατέχει όποιος είναι άξιος, ακόμα και αν δεν
το επιδιώκει». (δει γαρ και βουλόμενον και μη βουλόμενον άρχειν τον άξιον τής αρχής) [1315a 30]. Σήμερα για τις κομματικές ηγεσίες άξιος θεωρείται μόνο ο κομματικός συνδικαλιστής, ο οποίος και προωθείται! Γι’ αυτό και έχουμε πολλούς ανάξιους και ουτιδανούς! Ο Δημόκριτος διεκήρυσσε ότι «η ηγεσία από την φύση της ανήκει στον καλλίτερο». (Φύσει το άρχειν οικήιον τω κρέσσονι) (Στοβαίου: «Ανθολόγιον» IV,6,19). Σκεφθείτε λοιπόν, κατά πόσον εμείς είμαστε υπεύθυνοι σήμερα για την ανάξια οικογενειοκρατία που μας κυβερνούσε τόσα χρόνια. Το ίδιο τόνιζε και ο Περικλής στον Επιτάφιο (Θουκυδίδου «Ιστορία» Β΄, 37.1), όταν επαινεί την Αθήνα, λέγοντας πως «όσον αφορά τα δημόσια αξιώματα, προτιμώνται, ανάλογα με τα συγκεκριμέ¬να προσόντα τού καθενός, οι πιο άξιοι. Και κανένας δεν εμποδίζεται από το να παραλάβει δημόσιο αξίωμα ή να προσφέρει στην πόλη επειδή είναι φτωχός». (Μετεστι δε κατά μεν τους νόμους προς τα ίδια διάφορα πάσι το ίσον, κατά δε την αξίωσιν, ως έκαστος έν τω ευδοκιμεί, ουκ από μέρους το πλέον ες τα κοινά ή απ’ αρετής προτιμάται, ουδ’ αυ κατά πενίαν, έχων γέ τι αγαθόν δράσαι την πόλιν, αξιώματος αφανία κεκώλυται).
Για την διακυβέρνηση, επομένως, τόσων ετών από αναξίους πολιτικούς, τεράστιες είναι και οι ευθύνες «τού πλήθους», της κομματικής δηλαδή πελατείας. Ο Πλάτων, όμως, («Νόμοι», 758b) είχε πολλούς ενδοιασμούς για την αποτελεσματικότητα «του πλήθους». Θεωρούσε πως το πλήθος δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό, όταν αυτό λειτουργεί απλώς σαν ένας μεγάλος αριθμός ατόμων, χωρίς καθαρές ευθύνες και αρμοδιότητες και χωρίς κάποια αξιοκρατική αρχή. (πλήθος δε ου δυνατόν οξέως ουδέποτε ουδέν τούτων πράττειν). Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει και ο ιστορικός Πολύβιος («Ιστορίες» ΙΕ', 21. 3-5), όταν εξηγεί ότι τις συμφορές που έπαθαν οι Κιανοί τις έπαθαν όχι γιατί οι γειτονικές τους χώρες τούς αδίκησαν, ούτε από κάποιες άλλες ατυχίες, «αλλά λόγω της αβουλίας τους και της κακοπολιτείας τους, διότι συστηματικά προήγαν τους χειροτέρους και τιμωρούσαν οποίους εναντιώνονταν σ’ αυτούς» (Κιανοί μεν ουν περιέπεσον τηλικαύταις συμφοραίς ουχ ούτως δια την τύχην ουδέ δια την των πέλας αδικίαν, το δε πλείον δια την αυτών αβουλίαν και κακοπολιτείαν. προάγοντες αεί τους χειρίστους και κολάζοντες τους εναντιουμένους τούτοις ...» Σας θυμίζει τίποτε αυτό;
Όσο λοιπόν τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα, όσο οι περιστάσεις είναι κρισιμότερες, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη για αξιοκρατία και αξιοποίηση κάθε διαθέσιμης γνώσης και κάθε ταλέντου. Στα εύκολα η προσπάθεια χαλαρώνει. Η ήσσων προσπάθεια και η άρνηση αναλήψεως ευθυνών «αγιογραφεί» τους ανικάνους! Στην «Κύρου Παιδεία», μάλιστα, αναφέρεται ότι οι πολύ εύφορες κοιλάδες δεν βγάζουν σκληροτράχηλους άνδρες! Η αξιοκρατία λοιπόν αποτελεί επιτακτική ανάγκη κάθε δύσκολης περιόδου!
Ας τα δουν αυτά οι άβουλοι ψηφοφόροι τού οικογενειοκρατικού πολιτικού συστήματος, που τρέχει αγεληδόν πίσω από μετρίας ικανότητος πολιτικούς κι ας σκεφθεί τις δικές του ευθύνες. Ο Βάρναλης στους «μοιραίους» του έλεγε: «φταίει το ζαβό το ριζικό μας, φταίει ο Θεός που μας μισεί, φταίει το κεφάλι το κακό μας...» και λίγο παρακάτω «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!» Όμως ο Πλάτων έχει δώσει την απάντηση: Δεν φταίει ούτε ο Θεός ούτε η μοίρα μας για ό,τι ζούμε. Εμείς φταίμε που έχουμε την δύναμη της επιλογής και της εκλογής! «Αιτία ελομένου», έλεγε, «θεός αναίτιος»!
Monday, April 9, 2012
ΤΙ ΜΑΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΟΥΝ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΑΣ
Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου
Καθηγητού - Φιλολόγου
Ιστορικού – Συγγραφέως
«Μνημείον Αγνώστου Στρατιώτου» ή «Μνημείον Ελλήνων Ηρώων»;
Είναι γνωστόν ότι κάθε κράτος πρέπει να σέβεται την ιστορία του και να τιμά το ένδοξο παρελθόν του! Διά τούτο και δίνει βάρος στα γεγονότα, τα οποία τονίζουν την πολεμική αρετή και την ανδρεία των πολιτών του, τους αγώνες τους για την ελευθερία και τα πολιτικά δικαιώματα. Άλλα κράτη δίνουν βαρύτητα σε θρησκευτικά σύμβολα, θεωρώντας τα βασικό συστατικό της κουλτούρας τους. Άλλα πάλι υπερτονίζουν ηγέτες, οι οποίοι κατόρθωσαν να προσδώσουν αίγλη στην εικόνα ενός παρηκμασμένου κράτους.
Με βάση αυτό το σκεπτικό δημιουργείται ένα κεντρικό επίσημο μνημείο, το οποίο αποτελεί και το σημείο αναφοράς μιας χώρας απέναντι στους επίσημους ηγέτες, οι οποίοι την επισκέπτονται. Εννοώ ότι καλούνται να καταθέσουν στέφανο τιμής εκεί και να δηλώσουν ότι σέβονται και τιμούν με αυτόν τον τρόπο το ιστορικό παρελθόν της χώρας αυτής. Έτσι, όποιος επισκέπτεται την γείτονα Τουρκία καλείται να καταθέσει στέφανο στο μαυσωλείο του Κεμάλ Ατατούρκ, ασχέτως εάν αυτός υπήρξε σφαγέας των λαών και δημιουργός και ηθικός αυτουργός δύο γενοκτονιών, του αρμενικού και του μικρασιατικού και ποντιακού ελληνισμού! Οι ελλαδίτες πρωθυπουργοί και αξιωματούχοι που θα πάνε στην Τουρκία, αποδέχονται τον εκ των ων ουκ άνευ όρο, να καταθέσουν στέφανο τιμής εκεί. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε κράτος. Στο Ισραήλ φερ’ ειπείν πρέπει κάποιος να καταθέσει στέφανο στο πασίγνωστο «μουσείο τού ολοκαυτώματος».
Τί συμβαίνει όμως με την Ελλάδα; Είναι γνωστόν ότι μία χώρα με τόσο μεγάλη ιστορία είναι γεμάτη από ήρωες: Θησεύς, Αχιλλεύς, Αίας, Διομήδης, Οδυσσεύς, Μιλτιάδης, Λεωνίδας, Θεμιστοκλής, Φίλιππος, Μέγας Αλέξανδρος, Πύρρος, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Παπαφλέσσας, Μαυρομιχαλαίοι, Μποτσαραίοι, Τζαβελαίοι, Μιαούλης, αλλά και πιο σύγχρονοι, Δαβάκης, Γεώργιος Γρίβας - Διγενής, μέχρι τους ήρωες των Ιμίων, και πολλοί άλλοι ων ουκ έστιν αριθμός! Κι όμως το εθνικό μας μνημείο δεν είναι ένα «Μνημείο Ελλήνων Ηρώων» αλλά το «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου»!
Η ονομασία του μνημείου αυτού είναι γλωσσικώς λανθασμένη! Ξεκινά από μία παρερμηνεία ενός χωρίου τού «Επιταφίου» του Περικλέους, την οποία διέσωσε ο Θουκυδίδης και αναφέρεται στην απότιση φόρου τιμής στους νεκρούς τού πρώτου έτους του πελοποννησιακού πολέμου. Το χωρίο αυτό αναφέρει τα εξής: «επειδάν η εκφορά ή, λάρνακας κυπαρισσίνας άγουσιν άμαξαι, φυλής εκάστης μίαν· ένεστι δε τα οστά ης έκαστος ην φυλής. Μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες αναίρεσιν» που σημαίνει «κι όταν έλθει η ώρα της εκφοράς, άμαξες μεταφέρουν οστεοθήκες από ξύλο κυπαρισσιού, μία για την κάθε φυλή· και τα οστά του καθενός έχουν τοποθετηθεί στο φέρετρο της φυλής του. Όμως ένα φέρετρο σκεπασμένο με ύφασμα το μεταφέρουν στα χέρια. Είναι των αγνοουμένων, που δεν στάθηκε δυνατόν να βρουν τα πτώματά τους και να τα σηκώσουν» (Θουκυδίδου, Β, 34, 3-4).
Το χωρίο λοιπόν ομιλεί για μία κλίνη των αφανών. "Αφανείς", όμως, σύμφωνα με τα λεξικά προέρχεται εκ του "φαίνω" με το στερητικό "α" και είναι "αυτός που δεν φαίνεται", δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση "αυτός ο οποίος δεν έχει βρεθεί", δηλαδή "ο αγνοούμενος".
Το μνημείο λοιπόν κανονικά έπρεπε να λέγεται «Μνημείο του Αγνοουμένου Στρατιώτου». "Άγνωστος" και "αγνοούμενος" δεν είναι το ίδιο. "Άγνωστος" είναι "ο μη γνωστός", αυτός που δεν τον γνωρίζεις καθόλου. "Αγνοούμενος" είναι "αυτός που αγνοείται", αυτός που δεν έχει ευρεθεί. Αυτός είναι γνωστό ποιός είναι αλλά αγνοείται! Τεράστια η διαφορά λοιπόν!
Καταλαβαίνετε επομένως τι είδους προβλήματα θα προέκυπταν στην Ελλάδα, η οποία δεν απαίτησε να γίνει γενετική εξακρίβωση DNA στα οστά των Ελλήνων Ηρώων που έπεσαν στα βουνά της Βορείου Ηπείρου ή δεν διεκδίκησε με ζέση την εξακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων του Κυπριακού αγώνα κατά την τουρκική εισβολή του 1974! Εάν το μνημείο ελέγετο, όπως ορθώς προκύπτει εκ των ιστορικών κειμένων, «Μνημείο τού Αγνοουμένου Στρατιώτου», τότε πολύ φοβούμαι ότι η εθνικά ελλιπής στάση των ελλαδικών κυβερνήσεων στα θέματα αγνοουμένων, θα είχε οδηγήσει τα πράγματα αλλού!
Τον Έλληνα Στρατιώτη κάποιοι τον θέλουν Άγνωστο! Ο Θεός να μας φυλάει από τους ψοφοδεείς ελλαδίτες! Ο Θεός να μας φυλάει από ηγέτες που δεν θα έδιναν ούτε σταγόνα από το αίμα τους για την πατρίδα! Σήμερα δυστυχώς ο "ραγιαδισμός" καλείται "καθωσπρεπισμός"! Πριν λίγα χρόνια οι τηλεοπτικές ειδήσεις ανέφεραν ότι ο τότε Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος (αργότερα έγινε και υφυπουργός!!! – Τυχαίο; Δεν γνωρίζω) πήγε στην γείτονα και κατέθεσε στεφάνι στο μαυσωλείο τού σφαγέα του ελληνισμού Κεμάλ Ατατούρκ. Ξέρετε μάλιστα σε ποια χρονική στιγμή; Την περίοδο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο!
Σχολίασαν μάλιστα θετικά, τα τηλεοπτικά μέσα, το γεγονός αυτό χρησιμοποιώντας τους «διθυράμβους» του τουρκικού τύπου, ο οποίος, βεβαίως, δεν είχε λόγο να μη θριαμβολογεί, εφ’ όσον ο ανώτατος ελληνικός στρατιωτικός παράγων εσύρθη να αποτίσει φόρο τιμής στον σφαγέα του λαού του. Είπαν ότι για πρώτη φορά μετά το 1974 έγινε τέτοιο γεγονός και συζητήθηκαν τα μέτρα εμπιστοσύνης. Μάλιστα ετονίσθη ότι κατά την διάρκεια της επισκέψεως δεν έγινε ... καμμία παραβίαση του εθνικού μας εναερίου χώρου. Μας έκαναν και χάρη, δηλαδή, που δεν μας ... παραβίασαν, οθωμανικώ τω τρόπω.
Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Αχ βρε Θουκυδίδη πόσα ήξερες: «Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους», έγραφες «άλλαζαν ακόμα και την σημασία των λέξεων». Εξ άλλου είναι γνωστό ότι, σε κάποια άλλη χρονική στιγμή, και ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε προτείνει τον σφαγέα των Ελλήνων, Ποντίων, Κωνσταντινουπολιτών και Μικρασιατών, Κεμάλ για ... Νόμπελ Ειρήνης, αλλάζοντας πάλι την σημασία των λέξεων. Εδώ γελάνε (πικρά δυστυχώς).
Ήθελα, όμως, να ήξερα κάτι. Αν ο τούρκος αρχηγός ΓΕΕΘΑ επισκεπτόταν την Ελλάδα θα γινόταν κάτι αντίστοιχο; Ήθελα πράγματι να το ήξερα αν και προσωπικά είμαι βέβαιος πως όχι. Και ξέρετε γιατί; Διότι εμείς ως ανώτατο εθνικό μνημείο δεν έχουμε μπροστά στην Βουλή τα αγάλματα του Λεωνίδα, του Μιλτιάδου, του Θεμιστοκλέους, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Παλαιολόγου, του Κολοκοτρώνη ή του Καραϊσκάκη αλλά το μνημείο του ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ.
Και προς επίρρωσιν αυτού αναφέρω ότι τον Μάϊο τού 2010 ο πρωθυπουργός τής Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν αρνήθηκε να καταθέσει στέφανο ακόμη και στο ουδέτερο πολιτικά «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου», λόγω των αντιδράσεων που θα προκαλούσε η εικόνα αυτή στην Τουρκία, ενώ, όπως είπαμε σε κάθε επίσκεψη ελλαδίτη πολιτικού στην Άγκυρα, η κατάθεση στεφάνου στο μαυσωλείο του Κεμάλ Ατατούρκ αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του πρωτοκόλλου επισκέψεως!
Εμείς οι Έλληνες, λοιπόν, λαός με την ενδοξότερη ιστορία στον κόσμο, έχουμε ως ανώτατο μνημείο, το μνημείο ενός Άγνωστου (;) Στρατιώτη! Μα, συνέλληνες, ο Έλληνας Στρατιώτης, ποτέ δεν ήταν Άγνωστος. Αντιθέτως ήταν πολύ γνωστός. Ξέραμε πάντα από που ήταν. Γνωρίζαμε την οικογένειά του, τους γονείς του, την ηλικία του, το χωριό του. Σε κάθε περιοχή που έπεφταν νεκροί ήρωες ανεγράφοντο σε στήλες τα ονόματά τους. Ακούς εκεί, άγνωστος ο Έλληνας Στρατιώτης! Από πού κι ως πού άγνωστος;
Τον Έλληνα στρατιώτη, αγαπητοί φίλοι, κάποιοι τον θέλουν άγνωστο, όπως άγνωστη θέλουν και την ελληνική ιστορία. Αλλιώς το μνημείο θα λεγόταν όχι μνημείο του άγνωστου αλλά «ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ»! Κι εκεί, λοιπόν, δίπλα σε αυτό το μνημείο, έπρεπε να στήσουν τα αγάλματα των ηρώων τής διαχρονικής ελληνικής ιστορίας. Να το ονομάσουν «ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΡΩΩΝ». Και να έρχονται οι ηγέτες όλου του κόσμου, των τούρκων στρατιωτικών και πολιτικών συμπεριλαμβανομένων να καταθέτουν στέφανο στο άγαλμα τού Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη. Και τότε να δω αν θα λειτουργούσε η αμοιβαία συνεργασία. Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρό!
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν όμως τονίσει ότι η τιμή της ιστορίας μας, η οποία διαχρονικώς προβάλλεται δια των μνημείων, πρέπει να έχει σχέση με τους προγόνους μας. Τονίζουν μάλιστα «Άρξομαι από των προγόνων πρώτον· δίκαιον γαρ αυτοίς και πρέπον δε άμα εν τω τοιώδε την τιμήν ταύτην της μνήμης δίδοσθαι. Την γαρ χώραν οι αυτοί αεί οικούντες διαδοχή των επιγιγνομένων μέχρι τούδε ελευθέραν δι αρετήν παρέδοσαν... (Θουκυδίδου, Β,36)», που σημαίνει: «Θα αρχίσω πρώτα από τους προγόνους μας. Διότι είναι δίκαιο και σωστό σε τέτοια ώρα να τους αποδίδουμε την τιμή της μνήμης. Διότι την ίδια χώρα, οι ίδιοι πάντα κατοικούντες (τ’ακούς ΣΚΑΪ;), δια της διαδοχής τών γενεών μέχρι τώρα, εξ αιτίας τής αρετής τους ελεύθερη την παρέδωσαν». Αυτή την τιμή λοιπόν οφείλουμε να αποδίδουμε κι εμείς σε αυτούς σήμερα!
Αγαπητοί φίλοι... Ο Θεός μάς έταξε να έχουμε γείτονες, οι οποίοι αντί για ιστορία έχουν ποινικό μητρώο. Αυτό ενδόμυχα το ξέρουν όλοι, όσοι ένοιωσαν τις θηριωδίες τους στις οικογένειές τους. Κι αν σήμερα πρέπει πάλι κάποιοι ιθύνοντες για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους να αλλάξουν ακόμα και την σημασία των λέξεων, τους πληροφορούμε απλώς ότι υπάρχουν δύο λογιών δάφνες. Υπάρχουν οι δάφνες που κερδίζονται φύλλο φύλλο στα πεδία των πάσης φύσεως μαχών. Υπάρχουν και οι δάφνες για τις φακές και το στιφάδο, για τα (Θουκυδίδου, Β,36) "παλληκαράκια της φακής", όπως αναφέρει ο Πλαύτος στο "Miles gloriosus". Στο χέρι των ηγετών είναι να αποδείξουν για ποιες δάφνες είναι άξιοι. Εμείς μέχρι τότε, υποδυόμενοι τον ρόλο του Σωκράτους, θα υπενθυμίζουμε και θα προσευχόμεθα...
Καθηγητού - Φιλολόγου
Ιστορικού – Συγγραφέως
«Μνημείον Αγνώστου Στρατιώτου» ή «Μνημείον Ελλήνων Ηρώων»;
Είναι γνωστόν ότι κάθε κράτος πρέπει να σέβεται την ιστορία του και να τιμά το ένδοξο παρελθόν του! Διά τούτο και δίνει βάρος στα γεγονότα, τα οποία τονίζουν την πολεμική αρετή και την ανδρεία των πολιτών του, τους αγώνες τους για την ελευθερία και τα πολιτικά δικαιώματα. Άλλα κράτη δίνουν βαρύτητα σε θρησκευτικά σύμβολα, θεωρώντας τα βασικό συστατικό της κουλτούρας τους. Άλλα πάλι υπερτονίζουν ηγέτες, οι οποίοι κατόρθωσαν να προσδώσουν αίγλη στην εικόνα ενός παρηκμασμένου κράτους.
Με βάση αυτό το σκεπτικό δημιουργείται ένα κεντρικό επίσημο μνημείο, το οποίο αποτελεί και το σημείο αναφοράς μιας χώρας απέναντι στους επίσημους ηγέτες, οι οποίοι την επισκέπτονται. Εννοώ ότι καλούνται να καταθέσουν στέφανο τιμής εκεί και να δηλώσουν ότι σέβονται και τιμούν με αυτόν τον τρόπο το ιστορικό παρελθόν της χώρας αυτής. Έτσι, όποιος επισκέπτεται την γείτονα Τουρκία καλείται να καταθέσει στέφανο στο μαυσωλείο του Κεμάλ Ατατούρκ, ασχέτως εάν αυτός υπήρξε σφαγέας των λαών και δημιουργός και ηθικός αυτουργός δύο γενοκτονιών, του αρμενικού και του μικρασιατικού και ποντιακού ελληνισμού! Οι ελλαδίτες πρωθυπουργοί και αξιωματούχοι που θα πάνε στην Τουρκία, αποδέχονται τον εκ των ων ουκ άνευ όρο, να καταθέσουν στέφανο τιμής εκεί. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε κράτος. Στο Ισραήλ φερ’ ειπείν πρέπει κάποιος να καταθέσει στέφανο στο πασίγνωστο «μουσείο τού ολοκαυτώματος».
Τί συμβαίνει όμως με την Ελλάδα; Είναι γνωστόν ότι μία χώρα με τόσο μεγάλη ιστορία είναι γεμάτη από ήρωες: Θησεύς, Αχιλλεύς, Αίας, Διομήδης, Οδυσσεύς, Μιλτιάδης, Λεωνίδας, Θεμιστοκλής, Φίλιππος, Μέγας Αλέξανδρος, Πύρρος, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Παπαφλέσσας, Μαυρομιχαλαίοι, Μποτσαραίοι, Τζαβελαίοι, Μιαούλης, αλλά και πιο σύγχρονοι, Δαβάκης, Γεώργιος Γρίβας - Διγενής, μέχρι τους ήρωες των Ιμίων, και πολλοί άλλοι ων ουκ έστιν αριθμός! Κι όμως το εθνικό μας μνημείο δεν είναι ένα «Μνημείο Ελλήνων Ηρώων» αλλά το «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου»!
Η ονομασία του μνημείου αυτού είναι γλωσσικώς λανθασμένη! Ξεκινά από μία παρερμηνεία ενός χωρίου τού «Επιταφίου» του Περικλέους, την οποία διέσωσε ο Θουκυδίδης και αναφέρεται στην απότιση φόρου τιμής στους νεκρούς τού πρώτου έτους του πελοποννησιακού πολέμου. Το χωρίο αυτό αναφέρει τα εξής: «επειδάν η εκφορά ή, λάρνακας κυπαρισσίνας άγουσιν άμαξαι, φυλής εκάστης μίαν· ένεστι δε τα οστά ης έκαστος ην φυλής. Μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες αναίρεσιν» που σημαίνει «κι όταν έλθει η ώρα της εκφοράς, άμαξες μεταφέρουν οστεοθήκες από ξύλο κυπαρισσιού, μία για την κάθε φυλή· και τα οστά του καθενός έχουν τοποθετηθεί στο φέρετρο της φυλής του. Όμως ένα φέρετρο σκεπασμένο με ύφασμα το μεταφέρουν στα χέρια. Είναι των αγνοουμένων, που δεν στάθηκε δυνατόν να βρουν τα πτώματά τους και να τα σηκώσουν» (Θουκυδίδου, Β, 34, 3-4).
Το χωρίο λοιπόν ομιλεί για μία κλίνη των αφανών. "Αφανείς", όμως, σύμφωνα με τα λεξικά προέρχεται εκ του "φαίνω" με το στερητικό "α" και είναι "αυτός που δεν φαίνεται", δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση "αυτός ο οποίος δεν έχει βρεθεί", δηλαδή "ο αγνοούμενος".
Το μνημείο λοιπόν κανονικά έπρεπε να λέγεται «Μνημείο του Αγνοουμένου Στρατιώτου». "Άγνωστος" και "αγνοούμενος" δεν είναι το ίδιο. "Άγνωστος" είναι "ο μη γνωστός", αυτός που δεν τον γνωρίζεις καθόλου. "Αγνοούμενος" είναι "αυτός που αγνοείται", αυτός που δεν έχει ευρεθεί. Αυτός είναι γνωστό ποιός είναι αλλά αγνοείται! Τεράστια η διαφορά λοιπόν!
Καταλαβαίνετε επομένως τι είδους προβλήματα θα προέκυπταν στην Ελλάδα, η οποία δεν απαίτησε να γίνει γενετική εξακρίβωση DNA στα οστά των Ελλήνων Ηρώων που έπεσαν στα βουνά της Βορείου Ηπείρου ή δεν διεκδίκησε με ζέση την εξακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων του Κυπριακού αγώνα κατά την τουρκική εισβολή του 1974! Εάν το μνημείο ελέγετο, όπως ορθώς προκύπτει εκ των ιστορικών κειμένων, «Μνημείο τού Αγνοουμένου Στρατιώτου», τότε πολύ φοβούμαι ότι η εθνικά ελλιπής στάση των ελλαδικών κυβερνήσεων στα θέματα αγνοουμένων, θα είχε οδηγήσει τα πράγματα αλλού!
Τον Έλληνα Στρατιώτη κάποιοι τον θέλουν Άγνωστο! Ο Θεός να μας φυλάει από τους ψοφοδεείς ελλαδίτες! Ο Θεός να μας φυλάει από ηγέτες που δεν θα έδιναν ούτε σταγόνα από το αίμα τους για την πατρίδα! Σήμερα δυστυχώς ο "ραγιαδισμός" καλείται "καθωσπρεπισμός"! Πριν λίγα χρόνια οι τηλεοπτικές ειδήσεις ανέφεραν ότι ο τότε Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος (αργότερα έγινε και υφυπουργός!!! – Τυχαίο; Δεν γνωρίζω) πήγε στην γείτονα και κατέθεσε στεφάνι στο μαυσωλείο τού σφαγέα του ελληνισμού Κεμάλ Ατατούρκ. Ξέρετε μάλιστα σε ποια χρονική στιγμή; Την περίοδο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο!
Σχολίασαν μάλιστα θετικά, τα τηλεοπτικά μέσα, το γεγονός αυτό χρησιμοποιώντας τους «διθυράμβους» του τουρκικού τύπου, ο οποίος, βεβαίως, δεν είχε λόγο να μη θριαμβολογεί, εφ’ όσον ο ανώτατος ελληνικός στρατιωτικός παράγων εσύρθη να αποτίσει φόρο τιμής στον σφαγέα του λαού του. Είπαν ότι για πρώτη φορά μετά το 1974 έγινε τέτοιο γεγονός και συζητήθηκαν τα μέτρα εμπιστοσύνης. Μάλιστα ετονίσθη ότι κατά την διάρκεια της επισκέψεως δεν έγινε ... καμμία παραβίαση του εθνικού μας εναερίου χώρου. Μας έκαναν και χάρη, δηλαδή, που δεν μας ... παραβίασαν, οθωμανικώ τω τρόπω.
Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Αχ βρε Θουκυδίδη πόσα ήξερες: «Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους», έγραφες «άλλαζαν ακόμα και την σημασία των λέξεων». Εξ άλλου είναι γνωστό ότι, σε κάποια άλλη χρονική στιγμή, και ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε προτείνει τον σφαγέα των Ελλήνων, Ποντίων, Κωνσταντινουπολιτών και Μικρασιατών, Κεμάλ για ... Νόμπελ Ειρήνης, αλλάζοντας πάλι την σημασία των λέξεων. Εδώ γελάνε (πικρά δυστυχώς).
Ήθελα, όμως, να ήξερα κάτι. Αν ο τούρκος αρχηγός ΓΕΕΘΑ επισκεπτόταν την Ελλάδα θα γινόταν κάτι αντίστοιχο; Ήθελα πράγματι να το ήξερα αν και προσωπικά είμαι βέβαιος πως όχι. Και ξέρετε γιατί; Διότι εμείς ως ανώτατο εθνικό μνημείο δεν έχουμε μπροστά στην Βουλή τα αγάλματα του Λεωνίδα, του Μιλτιάδου, του Θεμιστοκλέους, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Παλαιολόγου, του Κολοκοτρώνη ή του Καραϊσκάκη αλλά το μνημείο του ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ.
Και προς επίρρωσιν αυτού αναφέρω ότι τον Μάϊο τού 2010 ο πρωθυπουργός τής Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν αρνήθηκε να καταθέσει στέφανο ακόμη και στο ουδέτερο πολιτικά «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου», λόγω των αντιδράσεων που θα προκαλούσε η εικόνα αυτή στην Τουρκία, ενώ, όπως είπαμε σε κάθε επίσκεψη ελλαδίτη πολιτικού στην Άγκυρα, η κατάθεση στεφάνου στο μαυσωλείο του Κεμάλ Ατατούρκ αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του πρωτοκόλλου επισκέψεως!
Εμείς οι Έλληνες, λοιπόν, λαός με την ενδοξότερη ιστορία στον κόσμο, έχουμε ως ανώτατο μνημείο, το μνημείο ενός Άγνωστου (;) Στρατιώτη! Μα, συνέλληνες, ο Έλληνας Στρατιώτης, ποτέ δεν ήταν Άγνωστος. Αντιθέτως ήταν πολύ γνωστός. Ξέραμε πάντα από που ήταν. Γνωρίζαμε την οικογένειά του, τους γονείς του, την ηλικία του, το χωριό του. Σε κάθε περιοχή που έπεφταν νεκροί ήρωες ανεγράφοντο σε στήλες τα ονόματά τους. Ακούς εκεί, άγνωστος ο Έλληνας Στρατιώτης! Από πού κι ως πού άγνωστος;
Τον Έλληνα στρατιώτη, αγαπητοί φίλοι, κάποιοι τον θέλουν άγνωστο, όπως άγνωστη θέλουν και την ελληνική ιστορία. Αλλιώς το μνημείο θα λεγόταν όχι μνημείο του άγνωστου αλλά «ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ»! Κι εκεί, λοιπόν, δίπλα σε αυτό το μνημείο, έπρεπε να στήσουν τα αγάλματα των ηρώων τής διαχρονικής ελληνικής ιστορίας. Να το ονομάσουν «ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΡΩΩΝ». Και να έρχονται οι ηγέτες όλου του κόσμου, των τούρκων στρατιωτικών και πολιτικών συμπεριλαμβανομένων να καταθέτουν στέφανο στο άγαλμα τού Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη. Και τότε να δω αν θα λειτουργούσε η αμοιβαία συνεργασία. Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρό!
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν όμως τονίσει ότι η τιμή της ιστορίας μας, η οποία διαχρονικώς προβάλλεται δια των μνημείων, πρέπει να έχει σχέση με τους προγόνους μας. Τονίζουν μάλιστα «Άρξομαι από των προγόνων πρώτον· δίκαιον γαρ αυτοίς και πρέπον δε άμα εν τω τοιώδε την τιμήν ταύτην της μνήμης δίδοσθαι. Την γαρ χώραν οι αυτοί αεί οικούντες διαδοχή των επιγιγνομένων μέχρι τούδε ελευθέραν δι αρετήν παρέδοσαν... (Θουκυδίδου, Β,36)», που σημαίνει: «Θα αρχίσω πρώτα από τους προγόνους μας. Διότι είναι δίκαιο και σωστό σε τέτοια ώρα να τους αποδίδουμε την τιμή της μνήμης. Διότι την ίδια χώρα, οι ίδιοι πάντα κατοικούντες (τ’ακούς ΣΚΑΪ;), δια της διαδοχής τών γενεών μέχρι τώρα, εξ αιτίας τής αρετής τους ελεύθερη την παρέδωσαν». Αυτή την τιμή λοιπόν οφείλουμε να αποδίδουμε κι εμείς σε αυτούς σήμερα!
Αγαπητοί φίλοι... Ο Θεός μάς έταξε να έχουμε γείτονες, οι οποίοι αντί για ιστορία έχουν ποινικό μητρώο. Αυτό ενδόμυχα το ξέρουν όλοι, όσοι ένοιωσαν τις θηριωδίες τους στις οικογένειές τους. Κι αν σήμερα πρέπει πάλι κάποιοι ιθύνοντες για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους να αλλάξουν ακόμα και την σημασία των λέξεων, τους πληροφορούμε απλώς ότι υπάρχουν δύο λογιών δάφνες. Υπάρχουν οι δάφνες που κερδίζονται φύλλο φύλλο στα πεδία των πάσης φύσεως μαχών. Υπάρχουν και οι δάφνες για τις φακές και το στιφάδο, για τα (Θουκυδίδου, Β,36) "παλληκαράκια της φακής", όπως αναφέρει ο Πλαύτος στο "Miles gloriosus". Στο χέρι των ηγετών είναι να αποδείξουν για ποιες δάφνες είναι άξιοι. Εμείς μέχρι τότε, υποδυόμενοι τον ρόλο του Σωκράτους, θα υπενθυμίζουμε και θα προσευχόμεθα...
ΕΙΜΑΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ, ΔΙΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ
Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου
Καθηγητού – Κλασσικού Φιλολόγου
Ιστορικού – Συγγραφέως
Αντιπροέδρου τού Συνδέσμου τών Απανταχού Λακώνων «Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ»
Τα τελευταία χρόνια ακούω από αρκετούς μια φράση που με πληγώνει. Ακούω να λένε «ντρέπομαι που είμαι Έλληνας»! Η θέση αυτή, κατά την γνώμη μου, είναι λανθασμένη. Κι ο νομπελίστας ποιητής μας, ο Γιώργος Σεφέρης, είχε κάποτε γράψει «όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει» δεν εννοούσε όμως το ότι η Ελλάδα έκανε πράγματα άξια ντροπής αλλά την εγκατάλειψη τού μεγαλείου τής Ελλάδος από τους Έλλαδίτες! Με την αφοριστική, επομένως, αυτή θέση διαμορφώνεται μία λανθασμένη εικόνα για μία χώρα που διαμόρφωσε τον παγκόσμιο πολιτισμό και που βρίσκεται τώρα σε αυτή την κατάσταση από την ανικανότητα τών σημερινών κατοίκων και διαχειριστών τής περιουσίας της να αναδείξουν και να τιμήσουν το μεγαλείο της!
Προσωπικά διαφωνώ με το να χρεώνω στην πατρίδα μου την σημερινή της κατάντια. Αυτό είναι το σύστημα τού κάθε ανίκανου που, όπως είπαμε σε προηγούμενο άρθρο μας, αρνείται να αναλάβει την ευθύνη τών πράξεών του και μεταβιβάζει αλλού τα λάθη του! Γι’ αυτό σήμερα θα πούμε μερικές αλήθειες, οι οποίες ίσως αναγκάσουν κάποιους να σταθούν εμπρός στον καθρέφτη και να κοιτάξουν κατάματα τον εαυτό τους! Η Ελλάς δεν είναι απλά μία χώρα. Είναι αυτή ταύτη η έννοια τού Πολιτισμού, τής Ιστορίας, της Αρετής, τής Επιστήμης, του Δικαίου και πολλών άλλων σημαντικώτατων εννοιών!
Είναι γεγονός ότι η πατρίδα μας, η Ελλάδα, σήμερα ευρίσκεται στο απόγειο τής απαξίωσης, της κατάπτωσης, του εξευτελισμού. Ερωτώ όμως. Είναι η Ελλάδα υπεύθυνη γι’ αυτό ή οι πολιτικοί και τα πολιτικά κόμματα, που μας εκπροσώπησαν κι εμείς ψηφίζαμε για σαράντα περίπου χρόνια, δίνοντάς τους ποσοστά τεραστίου ύψους σε πολλές περιπτώσεις, γεμίζοντας προεκλογικά πλατείες και λεωφόρους, κουνώντας πλαστικά σημαιάκια και φωνάζοντας παραταξιακά συνθήματα, τα οποία απεδείχθησαν όλα λανθασμένα και ψεύτικα; Ζητήσαμε ποτέ ευθύνες γι’ αυτό; Κάναμε αυτοκριτική; Θελήσαμε να αλλάξουμε τα πράγματα; Όχι αγαπητοί φίλοι. Για όλα φταίει το κεφάλι το στραβό μας, το βόλεμά μας, η ήσσων προσπάθεια, ο ωχαδελφισμός!
Μία πατρίδα στηρίζεται σε ένα έθνος. Τον όρο «έθνος», όμως, κάποιοι τον απαρνήθηκαν. Αυτοί οι κάποιοι ήσαν οι λεγόμενοι «προοδευτικοί» και οι άλλες, όπως αυτοαποκαλούντο τότε «δημοκρατικές και εκσυγχρονιστικές δυνάμεις»! Οι δυνάμεις αυτές ως "προοδευτικές" ήσαν "προ της οδού", δηλαδή ... μπροστά. Το σύνθημα μάλιστα τής τότε εποχής, ότι δηλαδή «η πατρίδα» μετά την επταετία και την πρώτη μεταπολίτευση «ήταν στην άκρη τού γκρεμού» και με τους προοδευτικούς «μπορούσαμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά», γέμιζε τις "προοδευτικές" προεκλογικές συγκεντρώσεις τών τελευταίων δεκαετιών! Διέφευγε βέβαια τής προσοχής τους ότι, όταν είσαι στην άκρη τού γκρεμού και κάνεις ένα βήμα μπροστά, πέφτεις μέσα σε αυτόν ή ότι, αν είσαι "προ της οδού", «προοδευτικός» δηλαδή, και θέλεις να κάνεις στροφή, ενώ είσαι στην άκρη τού γκρεμού, σε παίρνει η φυγόκεντρος. Για να κάνεις βέβαια κάποια βήματα πίσω και να σωθείς δεν το συζητούσε κανείς. Δεν ήταν "προοδευτικό" αλλά "οπισθοδρομικό"!
Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι έγινε και στην περίπτωση τού Ελληνισμού. «Άκρη τού γκρεμού» ήταν για τους "προοδευτικούς" οι «εθνικές» απόψεις τών συνταγματαρχών. Και «πρόοδος» η αλλαγή τους! Λες και η ιστορία τής πατρίδος ήταν κτήμα τών μεν ή πεδίο πειραματισμού τών δε! Η ιστορία, ο αγώνας για Ελευθερία, οι θυσίες χιλιετιών τού Ελληνισμού, όμως, δεν είναι κτήμα κανενός σφετεριστή! Και όπως λέει και ο ποιητής «δεν μετριούνται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα μετριούνται και με το αίμα»! Η "προοδευτική μόδα", όμως, κυριάρχησε. Παρέσυραν μάλιστα σε αυτήν ακόμη και τους αντιπάλους! Όλοι θεωρούσαν τιμή τους να αποκαλούνται "προοδευτικοί" και "αντιστασιακοί". Εξαργύρωσαν μάλιστα την προοδευτικότητά τους αυτή πολύ ακριβά, απαιτώντας από την Ελλάδα την "τιμή"! Πήραν και συντάξεις για την "αντίστασή" τους, ακόμη και αυτοί που τότε ήσαν αγέννητοι ή βρέφη. Έτσι αυτοί εννοούσαν την πρόοδο. Πήραν σύνταξη ακόμη και αυτοί που "έκαναν αντίσταση" παίζοντας τάβλι στα καφενεία τής αλλοδαπής! Και θυμάμαι τον αείμνηστο, γενναίο μεν, πλην "κουτό", όπως απεδείχθη εκ τού αποτελέσματος, πεθερό μου Νικόλαο Παπαδημοσθένη, να μου δείχνει και να ψηλαφώ στην κνήμη του τα δύο βλήματα που ήσαν καρφωμένα από την εποχή εκείνη και δεν πρόλαβε τότε να τα βγάλει! Όταν του έλεγα «γιατί πατέρα δεν πας να πάρεις σύνταξη, αφού αποδεδειγμένα πολέμησες και αντιστάθηκες», μου απαντούσε. «Εγώ παιδί μου πολέμησα για την πατρίδα από χρέος και καθήκον, όχι για να με πληρώσει αυτή!».
Το ύψιστο σημείο αξιοπρέπειας! Που όμως δεν απέδωσε στην πατρίδα, εφ’ όσον στην συνέχεια διαβρώθηκαν τα πάντα από τις αποφάσεις τών «προοδευτικών» που κατέστρεψαν την γλώσσα, παραποίησαν την ιστορία, αποποιήθηκαν το παρελθόν, διέγραψαν τούς αγώνες, άλλαξαν όπως προέβλεπε ο Θουκυδίδης την σημασία τών λέξεων για να πετύχουν αυτό που θέλουν... (και την ειωθυίαν αξίωσιν τών ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει)! Οι όροι «έθνος», «όμαιμον», «εθνικόφρων», ήσαν όροι εχθρικοί, «φασιστικοί», οπισθοδρομικοί, ντεμοντέ. Της μόδας έγιναν άλλοι νέοι όροι. Όχι πλέον «εθνικοί» αλλά ... «λαϊκοί». Ο «εθνικόφρων» αντικαταστάθηκε με τον «πατριώτη» κ.ο.κ. Παιχνίδι λέξεων! Αμφισβήτηση του παρελθόντος! Οι μεγαλειώδεις πράξεις τών προγόνων μας αμφισβητήθηκαν έντονα. Αυτό απαιτούσε η «πρόοδος»! Νέες δοξασίες κυριάρχησαν. "Η αρχαία κοινωνία δεν ήταν αυτή, για την οποία ομιλεί όλος ο κόσμος". "Πήρε τα σημαντικά από αλλού". "Δεν υπάρχει φυλετική συνέχεια τών Ελλήνων". Δεν προβάλλεται η απαρχή τής επιστήμης, του Δικαίου, της οικονομίας κ.λπ. από τους προγόνους μας! Στο εξωτερικό μάς προβάλλουν, εδώ σβήνουν τους προβολείς! Στο εξωτερικό τιμούν τον πολιτισμό μας, εδώ μας λοιδωρούν! Η ιστορία για τους εδώ "προοδευτικούς" δεν είναι αληθινή! Οι πηγές και οι αρχαίοι συγγραφείς αγνοούνται συστηματικά. Οι νεώτεροι χρόνοι δεν εξετάζονται κάτω από το πραγματικό επιστημονικό πρίσμα. Επιστήμη γι’ αυτούς είναι μόνο η αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση και ο αφορισμός! Δεν υπάρχουν "Κρυφά Σχολειά"... "Περνούσαμε καλά με τους Τούρκους", "δεν έγινε γενοκτονία τών Ποντίων" κ.λπ. "Δεν έγινε μικρασιατική καταστροφή αλλά «συνωστισμός στην παραλία»"! Και δεν ντρεπόμασταν για τον προοδευτικό νέο εαυτό μας. Γιατί ήμασταν βολεμένοι. Γιατί ξαναψηφίζαμε τους "προοδευτικούς" όλων τών κομμάτων και εναλλάξ τα δύο ίδια κόμματα! Γιατί ξαναψηφίζαμε αυτούς που κατάστρεψαν την γλώσσα, την ιστορία, τον πολιτισμό, παράλληλα με την οικονομία και την κρατική υπόσταση! Γιατί τους ξαναψηφίζαμε επειδή μας έδιναν κάποιες μπουκιές, που μεταφράζονταν σε «διορισμούς», «επιδοτήσεις», «εκδουλεύσεις» κ.λπ. Και το μπουκωμένο στόμα μας δεν μίλαγε! Ώσπου ξαφνικά διαπιστώσαμε πως τα πάντα είχαν καταρρεύσει και δεν είχαμε πάρει είδηση, όχι μόνο για το γεγονός αυτό καθ’ αυτό αλλά και για το ότι είχαμε συμβάλλει κι εμείς καθοριστικά σε αυτήν την κατάρρευση! Οπότε πιπιλίζουμε την εύκολη καραμέλλα, η οποία διαγράφει από πάνω μας την συνευθύνη. «Ντρεπόμαστε που είμαστε Έλληνες»! Εμείς οι άσπιλοι οι αμόλυντοι «ντρεπόμαστε που είμαστε Έλληνες», λες και μας φταίει η Ελλάδα γι’ αυτό!
Ε λοιπόν όχι, αγαπητοί συνέλληνες! Εγώ δεν ντρέπομαι καθόλου που είμαι Έλληνας. Αντίθετα είμαι πολύ υπερήφανος γι’ αυτό! Ντρέπομαι μόνο για τους πολιτικούς τού δικομματισμού, που συναγωνίζονταν τόσες δεκαετίες σε «καταστροφικό προοδευτισμό». Που μας κορόϊδεψαν, μας κατέστρεψαν, και τώρα έχουν το θράσος να θέλουν να μας σώσουν. Ντρέπομαι για το πολιτικό νεοελλαδιστάν και για τους "προοδευτικούς" ψηφοφόρους, που είναι αμετανόητοι! Ντρέπομαι για την αδικία που γίνεται στους φτωχούς και την ατιμωρησία τών υπευθύνων πολιτικών, οι οποίοι κατέστησαν με νόμους «εαυτούς και αλλήλους» ανευθύνους, με παραγεγραμμένα αδικήματα! Ντρέπομαι για την ψήφο στους υπευθύνους τής οικονομικής καταστροφής. Για όλους αυτούς ντρέπομαι. Όχι όμως για το ότι είμαι Έλληνας. Γι’ αυτό είμαι υπερήφανος, όπως και για το προγονικό παρελθόν μου και για την ιστορία μου! Κανείς δεν θα μπορέσει να με κάνει να ντραπώ γι’ αυτό!
Είμαι υπερήφανος που είμαι Έλληνας, διότι ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι μέρος τού ελληνικού! Διότι η πατρίδα μου υπήρξε η μόνη, που δημιούργησε αυτοκρατορίες και κοσμοκρατορίες! Διότι δημιούργησε την Ελληνική γλώσσα, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να εκφράσει υψηλά νοήματα! Διότι η αξία τού Έλληνα απεδείχθη με τα κατορθώματά του! Διότι οι Έλληνες δημιούργησαν όλες τις επιστήμες, την αρχιτεκτονική, το θέατρο, την μουσική κ.λπ.! Διότι δημιούργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες και το Ολυμπιακό πνεύμα, το οποίο στηριζόταν στην ευγενή άμιλλα και όχι στον ανταγωνισμό! Διότι, όποια πέτρα κι αν σηκώσει κάποιος, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, θα βρει ένα Ελληνικό μνημείο! Διότι αν από τα μουσεία τού κόσμου αφαιρέσουμε τα ελληνικά ευρήματα, αυτά θα μείνουν σχεδόν άδεια και δεν θα μπορέσουν να λειτουργήσουν! Διότι τα ελληνικά ήθη εκπροσωπούν υψηλές αξίες πολιτισμού! Διότι η Ελλάς δημιούργησε την Δημοκρατία, που όλος ο κόσμος θαυμάζει! Διότι δημιούργησε την φιλοσοφία, της οποίας οι εκπρόσωποι ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης κ.λπ. έχουν αφήσει άναυδη την ανθρωπότητα! Διότι δημιούργησε τον διάλογο! Το «τις βούλεται αγορεύειν» αποτελεί προσόν και δημιούργημα τής Ελληνικής διανόησης! Διότι μέχρι σήμερα, κατά τους αγώνες του, ο Ελληνισμός ουδέποτε έκανε αριθμητικούς υπολογισμούς! Στον Μαραθώνα, στην Σαλαμίνα, στην Επανάσταση του 1821, στον πόλεμο τού 1940, ανατρέψαμε την λογική και τους αριθμούς! Διότι το έλλογο γονίδιο τού Έλληνα, ξυπνά σε κάθε δύσκολη στιγμή και μεγαλουργεί! Διότι όσα αναφέρω τα έχουν πει πριν από μένα διάσημοι ξένοι και διαπρεπείς επιστήμονες, καθηγητές πανεπιστημίων, πολιτικοί, πρωθυπουργοί, στρατιωτικοί, δικαστικοί, και διανοητές παγκοσμίου κύρους. Για όλα αυτά είμαι υπερήφανος!
Ας αρχίσουμε πάλι, λοιπόν, συνέλληνες να αποκαθιστούμε το προγονικό παρελθόν και να τού δίνουμε πρωτεύουσα θέση! Να συνεχίσουμε να ντρεπόμαστε και να νοιώθουμε αηδία μόνο για κάθε «ψευτοπροοδευτικό» σκουλήκι, που τρώει τις εθνικές ρίζες. Ας το πατήσουμε γι’ αυτό με την ψήφο μας κι ας το λειώσουμε! Κι ας αρχίσουμε και πάλι να είμαστε υπερήφανοι, που είμαστε Έλληνες, τουλάχιστον εμείς, που δεν υποστείλαμε ποτέ την εθνική σημαία και γνωρίζουμε ότι είμαστε απόγονοι Εκείνων, των Μεγίστων, των Ηρώων! Των υπηρετών «του Ωραίου, του Μεγάλου και τ’ Αληθινού!»
Καθηγητού – Κλασσικού Φιλολόγου
Ιστορικού – Συγγραφέως
Αντιπροέδρου τού Συνδέσμου τών Απανταχού Λακώνων «Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ»
Τα τελευταία χρόνια ακούω από αρκετούς μια φράση που με πληγώνει. Ακούω να λένε «ντρέπομαι που είμαι Έλληνας»! Η θέση αυτή, κατά την γνώμη μου, είναι λανθασμένη. Κι ο νομπελίστας ποιητής μας, ο Γιώργος Σεφέρης, είχε κάποτε γράψει «όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει» δεν εννοούσε όμως το ότι η Ελλάδα έκανε πράγματα άξια ντροπής αλλά την εγκατάλειψη τού μεγαλείου τής Ελλάδος από τους Έλλαδίτες! Με την αφοριστική, επομένως, αυτή θέση διαμορφώνεται μία λανθασμένη εικόνα για μία χώρα που διαμόρφωσε τον παγκόσμιο πολιτισμό και που βρίσκεται τώρα σε αυτή την κατάσταση από την ανικανότητα τών σημερινών κατοίκων και διαχειριστών τής περιουσίας της να αναδείξουν και να τιμήσουν το μεγαλείο της!
Προσωπικά διαφωνώ με το να χρεώνω στην πατρίδα μου την σημερινή της κατάντια. Αυτό είναι το σύστημα τού κάθε ανίκανου που, όπως είπαμε σε προηγούμενο άρθρο μας, αρνείται να αναλάβει την ευθύνη τών πράξεών του και μεταβιβάζει αλλού τα λάθη του! Γι’ αυτό σήμερα θα πούμε μερικές αλήθειες, οι οποίες ίσως αναγκάσουν κάποιους να σταθούν εμπρός στον καθρέφτη και να κοιτάξουν κατάματα τον εαυτό τους! Η Ελλάς δεν είναι απλά μία χώρα. Είναι αυτή ταύτη η έννοια τού Πολιτισμού, τής Ιστορίας, της Αρετής, τής Επιστήμης, του Δικαίου και πολλών άλλων σημαντικώτατων εννοιών!
Είναι γεγονός ότι η πατρίδα μας, η Ελλάδα, σήμερα ευρίσκεται στο απόγειο τής απαξίωσης, της κατάπτωσης, του εξευτελισμού. Ερωτώ όμως. Είναι η Ελλάδα υπεύθυνη γι’ αυτό ή οι πολιτικοί και τα πολιτικά κόμματα, που μας εκπροσώπησαν κι εμείς ψηφίζαμε για σαράντα περίπου χρόνια, δίνοντάς τους ποσοστά τεραστίου ύψους σε πολλές περιπτώσεις, γεμίζοντας προεκλογικά πλατείες και λεωφόρους, κουνώντας πλαστικά σημαιάκια και φωνάζοντας παραταξιακά συνθήματα, τα οποία απεδείχθησαν όλα λανθασμένα και ψεύτικα; Ζητήσαμε ποτέ ευθύνες γι’ αυτό; Κάναμε αυτοκριτική; Θελήσαμε να αλλάξουμε τα πράγματα; Όχι αγαπητοί φίλοι. Για όλα φταίει το κεφάλι το στραβό μας, το βόλεμά μας, η ήσσων προσπάθεια, ο ωχαδελφισμός!
Μία πατρίδα στηρίζεται σε ένα έθνος. Τον όρο «έθνος», όμως, κάποιοι τον απαρνήθηκαν. Αυτοί οι κάποιοι ήσαν οι λεγόμενοι «προοδευτικοί» και οι άλλες, όπως αυτοαποκαλούντο τότε «δημοκρατικές και εκσυγχρονιστικές δυνάμεις»! Οι δυνάμεις αυτές ως "προοδευτικές" ήσαν "προ της οδού", δηλαδή ... μπροστά. Το σύνθημα μάλιστα τής τότε εποχής, ότι δηλαδή «η πατρίδα» μετά την επταετία και την πρώτη μεταπολίτευση «ήταν στην άκρη τού γκρεμού» και με τους προοδευτικούς «μπορούσαμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά», γέμιζε τις "προοδευτικές" προεκλογικές συγκεντρώσεις τών τελευταίων δεκαετιών! Διέφευγε βέβαια τής προσοχής τους ότι, όταν είσαι στην άκρη τού γκρεμού και κάνεις ένα βήμα μπροστά, πέφτεις μέσα σε αυτόν ή ότι, αν είσαι "προ της οδού", «προοδευτικός» δηλαδή, και θέλεις να κάνεις στροφή, ενώ είσαι στην άκρη τού γκρεμού, σε παίρνει η φυγόκεντρος. Για να κάνεις βέβαια κάποια βήματα πίσω και να σωθείς δεν το συζητούσε κανείς. Δεν ήταν "προοδευτικό" αλλά "οπισθοδρομικό"!
Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι έγινε και στην περίπτωση τού Ελληνισμού. «Άκρη τού γκρεμού» ήταν για τους "προοδευτικούς" οι «εθνικές» απόψεις τών συνταγματαρχών. Και «πρόοδος» η αλλαγή τους! Λες και η ιστορία τής πατρίδος ήταν κτήμα τών μεν ή πεδίο πειραματισμού τών δε! Η ιστορία, ο αγώνας για Ελευθερία, οι θυσίες χιλιετιών τού Ελληνισμού, όμως, δεν είναι κτήμα κανενός σφετεριστή! Και όπως λέει και ο ποιητής «δεν μετριούνται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα μετριούνται και με το αίμα»! Η "προοδευτική μόδα", όμως, κυριάρχησε. Παρέσυραν μάλιστα σε αυτήν ακόμη και τους αντιπάλους! Όλοι θεωρούσαν τιμή τους να αποκαλούνται "προοδευτικοί" και "αντιστασιακοί". Εξαργύρωσαν μάλιστα την προοδευτικότητά τους αυτή πολύ ακριβά, απαιτώντας από την Ελλάδα την "τιμή"! Πήραν και συντάξεις για την "αντίστασή" τους, ακόμη και αυτοί που τότε ήσαν αγέννητοι ή βρέφη. Έτσι αυτοί εννοούσαν την πρόοδο. Πήραν σύνταξη ακόμη και αυτοί που "έκαναν αντίσταση" παίζοντας τάβλι στα καφενεία τής αλλοδαπής! Και θυμάμαι τον αείμνηστο, γενναίο μεν, πλην "κουτό", όπως απεδείχθη εκ τού αποτελέσματος, πεθερό μου Νικόλαο Παπαδημοσθένη, να μου δείχνει και να ψηλαφώ στην κνήμη του τα δύο βλήματα που ήσαν καρφωμένα από την εποχή εκείνη και δεν πρόλαβε τότε να τα βγάλει! Όταν του έλεγα «γιατί πατέρα δεν πας να πάρεις σύνταξη, αφού αποδεδειγμένα πολέμησες και αντιστάθηκες», μου απαντούσε. «Εγώ παιδί μου πολέμησα για την πατρίδα από χρέος και καθήκον, όχι για να με πληρώσει αυτή!».
Το ύψιστο σημείο αξιοπρέπειας! Που όμως δεν απέδωσε στην πατρίδα, εφ’ όσον στην συνέχεια διαβρώθηκαν τα πάντα από τις αποφάσεις τών «προοδευτικών» που κατέστρεψαν την γλώσσα, παραποίησαν την ιστορία, αποποιήθηκαν το παρελθόν, διέγραψαν τούς αγώνες, άλλαξαν όπως προέβλεπε ο Θουκυδίδης την σημασία τών λέξεων για να πετύχουν αυτό που θέλουν... (και την ειωθυίαν αξίωσιν τών ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει)! Οι όροι «έθνος», «όμαιμον», «εθνικόφρων», ήσαν όροι εχθρικοί, «φασιστικοί», οπισθοδρομικοί, ντεμοντέ. Της μόδας έγιναν άλλοι νέοι όροι. Όχι πλέον «εθνικοί» αλλά ... «λαϊκοί». Ο «εθνικόφρων» αντικαταστάθηκε με τον «πατριώτη» κ.ο.κ. Παιχνίδι λέξεων! Αμφισβήτηση του παρελθόντος! Οι μεγαλειώδεις πράξεις τών προγόνων μας αμφισβητήθηκαν έντονα. Αυτό απαιτούσε η «πρόοδος»! Νέες δοξασίες κυριάρχησαν. "Η αρχαία κοινωνία δεν ήταν αυτή, για την οποία ομιλεί όλος ο κόσμος". "Πήρε τα σημαντικά από αλλού". "Δεν υπάρχει φυλετική συνέχεια τών Ελλήνων". Δεν προβάλλεται η απαρχή τής επιστήμης, του Δικαίου, της οικονομίας κ.λπ. από τους προγόνους μας! Στο εξωτερικό μάς προβάλλουν, εδώ σβήνουν τους προβολείς! Στο εξωτερικό τιμούν τον πολιτισμό μας, εδώ μας λοιδωρούν! Η ιστορία για τους εδώ "προοδευτικούς" δεν είναι αληθινή! Οι πηγές και οι αρχαίοι συγγραφείς αγνοούνται συστηματικά. Οι νεώτεροι χρόνοι δεν εξετάζονται κάτω από το πραγματικό επιστημονικό πρίσμα. Επιστήμη γι’ αυτούς είναι μόνο η αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση και ο αφορισμός! Δεν υπάρχουν "Κρυφά Σχολειά"... "Περνούσαμε καλά με τους Τούρκους", "δεν έγινε γενοκτονία τών Ποντίων" κ.λπ. "Δεν έγινε μικρασιατική καταστροφή αλλά «συνωστισμός στην παραλία»"! Και δεν ντρεπόμασταν για τον προοδευτικό νέο εαυτό μας. Γιατί ήμασταν βολεμένοι. Γιατί ξαναψηφίζαμε τους "προοδευτικούς" όλων τών κομμάτων και εναλλάξ τα δύο ίδια κόμματα! Γιατί ξαναψηφίζαμε αυτούς που κατάστρεψαν την γλώσσα, την ιστορία, τον πολιτισμό, παράλληλα με την οικονομία και την κρατική υπόσταση! Γιατί τους ξαναψηφίζαμε επειδή μας έδιναν κάποιες μπουκιές, που μεταφράζονταν σε «διορισμούς», «επιδοτήσεις», «εκδουλεύσεις» κ.λπ. Και το μπουκωμένο στόμα μας δεν μίλαγε! Ώσπου ξαφνικά διαπιστώσαμε πως τα πάντα είχαν καταρρεύσει και δεν είχαμε πάρει είδηση, όχι μόνο για το γεγονός αυτό καθ’ αυτό αλλά και για το ότι είχαμε συμβάλλει κι εμείς καθοριστικά σε αυτήν την κατάρρευση! Οπότε πιπιλίζουμε την εύκολη καραμέλλα, η οποία διαγράφει από πάνω μας την συνευθύνη. «Ντρεπόμαστε που είμαστε Έλληνες»! Εμείς οι άσπιλοι οι αμόλυντοι «ντρεπόμαστε που είμαστε Έλληνες», λες και μας φταίει η Ελλάδα γι’ αυτό!
Ε λοιπόν όχι, αγαπητοί συνέλληνες! Εγώ δεν ντρέπομαι καθόλου που είμαι Έλληνας. Αντίθετα είμαι πολύ υπερήφανος γι’ αυτό! Ντρέπομαι μόνο για τους πολιτικούς τού δικομματισμού, που συναγωνίζονταν τόσες δεκαετίες σε «καταστροφικό προοδευτισμό». Που μας κορόϊδεψαν, μας κατέστρεψαν, και τώρα έχουν το θράσος να θέλουν να μας σώσουν. Ντρέπομαι για το πολιτικό νεοελλαδιστάν και για τους "προοδευτικούς" ψηφοφόρους, που είναι αμετανόητοι! Ντρέπομαι για την αδικία που γίνεται στους φτωχούς και την ατιμωρησία τών υπευθύνων πολιτικών, οι οποίοι κατέστησαν με νόμους «εαυτούς και αλλήλους» ανευθύνους, με παραγεγραμμένα αδικήματα! Ντρέπομαι για την ψήφο στους υπευθύνους τής οικονομικής καταστροφής. Για όλους αυτούς ντρέπομαι. Όχι όμως για το ότι είμαι Έλληνας. Γι’ αυτό είμαι υπερήφανος, όπως και για το προγονικό παρελθόν μου και για την ιστορία μου! Κανείς δεν θα μπορέσει να με κάνει να ντραπώ γι’ αυτό!
Είμαι υπερήφανος που είμαι Έλληνας, διότι ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι μέρος τού ελληνικού! Διότι η πατρίδα μου υπήρξε η μόνη, που δημιούργησε αυτοκρατορίες και κοσμοκρατορίες! Διότι δημιούργησε την Ελληνική γλώσσα, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να εκφράσει υψηλά νοήματα! Διότι η αξία τού Έλληνα απεδείχθη με τα κατορθώματά του! Διότι οι Έλληνες δημιούργησαν όλες τις επιστήμες, την αρχιτεκτονική, το θέατρο, την μουσική κ.λπ.! Διότι δημιούργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες και το Ολυμπιακό πνεύμα, το οποίο στηριζόταν στην ευγενή άμιλλα και όχι στον ανταγωνισμό! Διότι, όποια πέτρα κι αν σηκώσει κάποιος, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, θα βρει ένα Ελληνικό μνημείο! Διότι αν από τα μουσεία τού κόσμου αφαιρέσουμε τα ελληνικά ευρήματα, αυτά θα μείνουν σχεδόν άδεια και δεν θα μπορέσουν να λειτουργήσουν! Διότι τα ελληνικά ήθη εκπροσωπούν υψηλές αξίες πολιτισμού! Διότι η Ελλάς δημιούργησε την Δημοκρατία, που όλος ο κόσμος θαυμάζει! Διότι δημιούργησε την φιλοσοφία, της οποίας οι εκπρόσωποι ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης κ.λπ. έχουν αφήσει άναυδη την ανθρωπότητα! Διότι δημιούργησε τον διάλογο! Το «τις βούλεται αγορεύειν» αποτελεί προσόν και δημιούργημα τής Ελληνικής διανόησης! Διότι μέχρι σήμερα, κατά τους αγώνες του, ο Ελληνισμός ουδέποτε έκανε αριθμητικούς υπολογισμούς! Στον Μαραθώνα, στην Σαλαμίνα, στην Επανάσταση του 1821, στον πόλεμο τού 1940, ανατρέψαμε την λογική και τους αριθμούς! Διότι το έλλογο γονίδιο τού Έλληνα, ξυπνά σε κάθε δύσκολη στιγμή και μεγαλουργεί! Διότι όσα αναφέρω τα έχουν πει πριν από μένα διάσημοι ξένοι και διαπρεπείς επιστήμονες, καθηγητές πανεπιστημίων, πολιτικοί, πρωθυπουργοί, στρατιωτικοί, δικαστικοί, και διανοητές παγκοσμίου κύρους. Για όλα αυτά είμαι υπερήφανος!
Ας αρχίσουμε πάλι, λοιπόν, συνέλληνες να αποκαθιστούμε το προγονικό παρελθόν και να τού δίνουμε πρωτεύουσα θέση! Να συνεχίσουμε να ντρεπόμαστε και να νοιώθουμε αηδία μόνο για κάθε «ψευτοπροοδευτικό» σκουλήκι, που τρώει τις εθνικές ρίζες. Ας το πατήσουμε γι’ αυτό με την ψήφο μας κι ας το λειώσουμε! Κι ας αρχίσουμε και πάλι να είμαστε υπερήφανοι, που είμαστε Έλληνες, τουλάχιστον εμείς, που δεν υποστείλαμε ποτέ την εθνική σημαία και γνωρίζουμε ότι είμαστε απόγονοι Εκείνων, των Μεγίστων, των Ηρώων! Των υπηρετών «του Ωραίου, του Μεγάλου και τ’ Αληθινού!»
ΕΘΝΙΣΜΟΣ, ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ, ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΘΟΛΟΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου
Καθηγητού Φιλολόγου - Ιστορικού
Συγγραφέως
Στην εποχή μας όταν πρόκειται να αναλύσουμε έναν όρο, μία λέξη, ένα νόημα, το οποίο αναφέρεται στις σχέσεις με συστήματα εξουσίας, πρέπει να έχουμε πάντα υπ’ όψιν μας όσα έγραφε ο Θουκυδίδης στο τρίτο βιβλίο της ιστορίας του «του Πελοποννησιακού πολέμου» (Γ,82,4), σχετικά με την δράση των τότε ισχυρών: «Και την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει», που σε νεοελληνική απόδοση σημαίνει: «Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα και την σημασία των λέξεων» (ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, Γ,82,4).
Όπως τότε δηλαδή οι διάφορες πόλεις με την πολυμήχανη υπουλότητα των επιθέσεών τους κατήντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την σημασία των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα πράγματα, έτσι και σήμερα οι σύγχρονοι κοσμοεξουσιαστές εφαρμόζουν την ανωτέρω «θουκυδίδειον ρήσιν», για την αλλαγή της σημασίας των λέξεων.
Έτσι λοιπόν, σήμερα, πολλοί είναι οι παίζοντες το παιχνίδι των κοσμοεξουσιαστών. Για να το πετύχουν όμως πρέπει να αφαιρέσουν μέσα από κάθε λαό το στοιχείο, που τον χαρακτηρίζει και τον διαφοροποιεί ως έθνος. Να αλλάξουν την σημασία των λέξεων, να κάνουν τους λαούς να μισούν ο,τι έπρεπε να αγαπούν και το αντίθετο.
Έτσι δυστυχώς γίνεται... Έχουμε ξαναγράψει ότι όποιος σήμερα αγαπά την πατρίδα του, όποιος σκέπτεται εθνικά, δηλαδή όποιος φρονεί εθνικά, λέγεται ορθώς «εθνικόφρων». Κι όμως, για να δικαιολογούν οι κοσμοεξουσιαστές τις πράξεις τους έχουν αλλάξει την σημασία της λέξεων, παρασύροντας και άλλους λεξικογράφους. Ξέρετε για παράδειγμα τι γράφει το ηλεκτρονικό «Μείζον Ελληνικό Λεξικό» Τεγόπουλου – Φυτράκη για την λέξη «εθνικόφρων», που σήμερα έχει γίνει «εθνικόφρονας»; Γράφει τα ακόλουθα μονοτονικά:
«Εθνικόφρονας [-ων, -ον (-ονος)] κ. εθνικόφρονας (ο) επίθ. ο εμφορούμενος από εθνικά φρονήματα | (ειδ.) συντηρητικός εθνικιστής, αντίθετος προς τις αριστερές τάσεις».
Διανοείσθε λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, που έχουμε φθάσει; Διανοείσθε ότι η διαστρεβλωμένη επίτηδες ερμηνεία, που τώρα χαρακτηρίζεται «ειδική», γράφει ότι εθνικόφρων είναι ο συντηρητικός εθνικιστής, αντίθετος προς τις αριστερές τάσεις; Και το ίδιο λεξικό έχει ακόμα το λήμμα «αντιδεξιός», χαρακτηρίζοντάς τον ως «αντίθετο προς την δεξιάν ιδεολογία» ενώ το αντίθετο «αντιαριστερός» δεν αναγράφεται πουθενά! Γιατί: Μα απλούστατα, διότι η «κομματική» αριστερά (και όχι οι αριστεροί στο σύνολό τους) και σήμερα αλλά και από παλιά δεν εξέφραζε το έθνος αλλά τον διεθνισμό. Μετά δε την κατάρρευσή του βρήκαν στέγη στην θυγατρική τού διεθνισμού, την παγκοσμιοποίηση! Γι’ αυτό και εφαρμόζουν κατά γράμμα το «δόγμα Κίσσιγκερ» δια της «γραμμής Ρεπούση».
Αν όμως, οι προπάτορές μας ακολουθούσαν αυτή την πολιτική αντίληψη τότε ούτε η παλιγγενεσία του 1821 θα γινόταν, ούτε οι λαμπρές σελίδες του 1912-13, ούτε η δόξα του 1919-22, ούτε το έπος του 1940 και οι Έλληνες θα αναφέρονταν απλώς στα βιβλία των εξαφανισθέντων εθνών.
Οι εχθροί του Ελληνικού Έθνους επιδιώκουν να παρασύρουν τον Ελληνικό λαό να πιστεύση σε αυτήν την ηττοπαθή αντίληψη. Πόσες δε, ωραίες στο αυτί λέξεις, δεν έχουν «επιστρατεύσει» δήμερα, για να στολίζουν την ηττοπάθεια η την προδοσία: Ειρηνοφιλία, ισότης των φυλών, ανεξιθρησκία, διεθνής κατανόηση κ.λπ. Όμως οι Έλληνες επιζήσαμε ιστορικώς χιλιάδες χρόνια και εξασφαλίσαμε την εθνική μας ελευθερία, μόνο με την συνειδητοποίηση της ενότητός μας ως Έθνους. Αυτό βεβαιώνει η πραγματικότητα και μπορούν να την αλλάξουν τα χιλιάδες ψεύδη της μισελληνικής προπαγάνδας.
Ας δούμε όμως ακόμη έναν παγκοσμιοποιημένο ορισμό. Αυτόν του εθνικισμού. Σύμφωνα λοιπόν πάλι με το μονοτονικό «Μείζον Ελληνικό Λεξικό» Τεγόπουλου – Φυτράκη:
«Εθνικισμός:(ο) ουσ. η σε μεγάλο βαθμό προσήλωση στο έθνος και στα εθνικά ιδανικά που συνοδεύεται, μερικές φορές, από ξενοφοβία και επιθυμία απομόνωσης | εθνική συνείδηση που χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση ότι το έθνος υπερέχει από τα άλλα και οφείλει να προβάλει με έμφαση τον πολιτισμό και τα συμφέροντά του εις βάρος άλλων εθνών | κίνηση για πολιτική ανεξαρτησία υπόδουλης εθνότητας».
Αυτόν μάλιστα τον ορισμό αναμασούν όλα σχεδόν τα σύγχρονα ελληνικά λεξικά.
Όμως ένας εκ των πλέον αρμοδίων επί του θέματος, ο επιφανής καθηγητής πολλών Πανεπιστημίων Δημήτριος Βεζανής προσδιώρισε στην «Γενική Πολιτειολογία» του την διαφορά μεταξύ «εθνικισμού» και «εθνισμού».
Ο εθνικισμός λοιπόν, γράφει ο εξαίρετος πολιτειολόγος, αποτελεί την «ενεργητικήν κατάφασιν της ιδέας του 'Εθνους». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όταν είσαι εθνικιστής πιστεύεις στα ιδεώδη του Έθνους σου και ενεργείς, αγωνίζεσαι δηλαδή γι’ αυτά τα ιδανικά. Από την άλλη ο Εθνισμός αποτελεί «την παθητικήν κατάφασιν της ιδέας του Έθνους». Και τούτο με την σειρά του σημαίνει ότι ο Εθνιστής πιστεύει στα ιδεώδη του Έθνους, αλλά ηθελημένα δεν αγωνίζεται γι’ αυτά.
Φαίνεται λοιπόν καθαρά ότι ο εθνικιστής είναι ένας δρων αγωνιστής υπέρ του Έθνους ενώ ο εθνιστής απλώς πιστεύει στο Έθνος, ανήκει εις αυτό, άλλα δεν επιθυμεί να αγωνισθή για το Έθνος του. Προσφάτως, μάλιστα, συναντήσαμε στις οθόνες της τηλοψίας κάποιους που δήλωναν ότι αγαπούσαν την Ελλάδα αλλά εξεδηλώνοντο κατά των συλλαλητηρίων) Μου θυμίζει βεβαίως και κάποιους «γιαλαντζί» αντιστασιακούς, που, όταν οι σύντροφοί τους πλήρωναν την αντίθεσή τους προς την δικτατορία με φυλακίσεις στα υπόγεια, εκείνοι έκαναν αντίσταση στα μπαράκια τοης αλλοδαπής. Αυτός είναι ο εθνιστής, ο παθητικός δηλαδή φορέας της εθνικής ιδέας.
Οι ανωτέρω διακρίσεις ήταν απολύτως απαραίτητο να αναφερθούν, διότι τελευταία οι εχθροί του έθνους, ακολουθώντας την αποκάλυψη του Θουκυδίδου, μέσω των οργάνων τους προκαλούν μία σκόπιμη σύγχυση στις έννοιες του εθνικιστού και εθνιστού.
Όμως την σύνδεση του εθνικισμού με την ενέργεια την είχε επισημάνει και ο Ίων Δραγούμης, ο οποίος χαρακτηριστικώς, από το 1904, στο σύγγραμά του «Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες», Αθήναι. 1991, εκδ. "ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ" σελ. 62 κ.ε. γράφει:
«Ο εθνικισμός είναι μορφή της ενέργειας... Η ενέργειά μου με κάνει εθνικιστή...»
Το πολιτικό λοιπόν σύνθημα, που ανταποκρίνεται στην ανάγκην της εποχής είναι «ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΚΑΘΕ ΕΘΝΙΚΟ»!
Πρέπει οι Έλληνες να δείξουμε εμπράκτως την αγάπη μας προς την πατρίδα μας την Ελλάδα. Αλλά η αγάπη μας αυτή δεν θα πρέπει να μείνη στα λόγια η στα κρυφά ενδόμυχα αισθήματα. Αλλά να εκδηλωθή με έργα και με αγώνα.
Επειδή όμως σήμερα πολλοί είναι εκείνοι, που δηλώνουν πατριώτες αλλά όχι εθνικιστές, ερμηνεύοντας μάλιστα κάθε φορά κατά το δοκούν τους όρους θα χρειασθή να αναλύσουμε την σχέση μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού. Έτσι θα καταλήξουμε σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα:
«Πατρίς», λοιπόν, σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα και λεξικά είναι «η γη των πατέρων». Μάλιστα στα αρχαία χρόνια που οι Κρήτες που είχαν μητριαρχία, ωμιλούσαν όχι περί της Πατρίδος, περί της γης δηλαδή των πατέρων, αλλά περί της Μητρίδος, περί της γης των μητέρων («Η δε πατρίς και μητρίς ως Κρήτες καλούσι, πρεσβύτερα και μείζονα δίκαια γονέων έχουσα, πολυχρόνιος μεν εστιν ου μην αγήρως ουδ’αυτάρκης, αλλ’ αεί πολυωρίας δεομένη και βοηθείας και φροντίδος επισπάται», Πλουτάρχου «ει πρεσβυτέρω πολιτευτέον»).
Η αγάπη, λοιπόν, προς την Πατρίδα και ο αγώνας υπέρ αυτής ονομάζεται Πατριωτισμός.
Ο Εθνικισμός όπως αναλύσαμε προηγουμένως, βασίζεται στο Έθνος. Ο δε πατριωτισμός στην Πατρίδα. Επομένως διαπιστώνουμε ότι ο Εθνικισμός υπάρχει στον πνευματικό χώρο, αλλά και στον βιολογικό, διότι προϋποθέτει την ύπαρξη φυλής. Επίσης ο Εθνικισμός είναι διαχρονικός, διότι στην έννοια του Έθνους περιλαμβάνονται οι άγεννητοι και οι νεκροί. Και για τις πράξεις μας «Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί», όπως λέει ο Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Το Έθνος λοιπόν, επεκτείνεται στο παρελθόν και στο μέλλον. Η πατρίδα από την άλλη έχει συναισθηματικό περιεχόμενο, διότι συνδέει τα άτομα ενός ομοεθνούς λαού προς έναν γεωγραφικό χώρο. Μπορεί να υπάρξη Έθνος χωρίς Πατρίδα (π.χ. διότι αυτή κατεκτήθη και το έθνος εξεδιώχθη).
Η έννοια του Έθνους επομένως είναι διαφορετική από την έννοια της πατρίδος και οπωσδήποτε πιο ευρεία. Βεβαίως, όλα τα έθνη αγωνίζονται να δημιουργήσουν Πατρίδα, η οποία να περιλαμβάνη όλους τους ομοεθνείς. Όλα τα έθνη μάχονται να απελευθερώσουν τα τμήματα της Πατρίδος τους που είναι υπόδουλα. Και μάλιστα, σήμερα δημιουργούνται τεχνικώ τω τρόπω από τους κοσμοεξουσιαστές και «έθνη», τα οποία με διαστρεβλωμένη και κατασκευασμένη ιστορία προσπαθούν να οικειοποιηθούν το παρελθόν και την ιστορία σπουδαίων και παναρχαίων λαών, τη βοηθεία πολλών αδρανούντων δηλωμένων εθνιστών, καλυπτομένων από το σύγχρονο επίθετο «πατριώτης», προβάλλοντας μάλιστα το σοφιστικό επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν περισσότερο η λιγότερο πατριώτες». Έχουμε ακούσει πλειστάκις στην τηλοψία εκπροσώπους της θολοκουλτούρας να θέτουν σε «δίλημμα» τους αμηχάνους και αντιθέτους προς αυτήν την άποψη παρευρισκομένους, με την ερώτηση: «Είσαι εσύ περισσότερο πατριώτης από εμένα;» Και αντί αυτοί να τους δώσουν την πρέπουσα απάντηση, συμβιβάζονται με την ισοβαθμία του πατριωτισμού όλων, προς χαράν της επηρμένης θολοκουλτούρας.
Επομένως, από την ανάλυση των ανωτέρω εννοιών προκύπτει ότι ο Εθνικισμός και ο Πατριωτισμός είναι δυό αλληλένδετες έννοιες. Επομένως, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι ο καλός εθνικιστής είναι και καλός πατριώτης και αντιστρόφως.
Η θολοκουλτούρα βεβαίως έχει επιδοθή σε έναν αγώνα διαστρεβλώσεως και αλλαγής της σημασίας των λέξεων «εθνικισμός» και «πατριωτισμός». Και για την μεν πρώτη έχει δώσει την διαστρεβλωμένη ερμηνεία ότι «Εθνικισμός είναι η σε μεγάλο βαθμό προσήλωση στο έθνος και στα εθνικά ιδανικά που συνοδεύεται, μερικές φορές, από ξενοφοβία και επιθυμία απομόνωσης...»
Αυτό το μερικές φορές τα αλλάζει όλα... Δηλαδή και όσους δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτές τις μερικές φορές, θα τους πάρη το ποτάμι της «σκοπίμου γενικότητος» του ορισμού, ο οποίος κάνει και όσους θέλουν να είναι εθνικιστές να φοβούνται να το δηλώσουν μήπως και τους ταυτίσουν με όσους υπάγονται στο «μερικές φορές». Μεσοβέζικα πράγματα, μεσοβέζικοι ορισμοί, που κάνουν όμως στο ακέραιο την δουλειά (δηλαδή την εκ δουλείας εργασία) της θολοκουλτούρας.
«Για να μην απορούν, όμως, για τους σωστούς ορισμούς («εθνικόφρονος και εθνικιστού») τους θυμίζω να διαβάσουν το έργο του όντως σπουδαίου αλλά και χαρακτηριζομένου από τους ιδίους «Πατέρα της Δημοκρατίας» Αλεξάνδρου Παπαναστασίου με τον τίτλο: «Εθνικισμός». Το έργο αυτό το έχουν εξαφανίσει από την αγορά, διότι τους ξεμπροστιάζει, τραβώντας την ψεύτικη λεοντή των υποτιθεμένων προοδευτικών αγωνιστών».
«Ημπορούμεν να ορίσωμεν τον Εθνικισμόν ως την προσπάθειαν ενός έθνους προς επιβολήν του εντός των ορίων του δι’ αποκρούσεως αλλοεθνούς επιβολής η δια συγχωνεύσεως εις εν όλον των χωρισμένων μερών του αυτού Έθνους. Εις την πρώτην περίπτωσιν η εθνικιστική ιδέα εκδηλώνεται εις την καταπολέμησιν της ξενικής επιδράσεως, εις δε την δευτέραν εις την κατάπνιξιν των τοπικιστικών τμημάτων του αυτού Έθνους. Και εις τας δύο περιπτώσεις το ουσιώδες είναι η προσπάθεια προς κυριαρχίαν της υποστάσεως ολοκλήρου του Έθνους».
Ο Παπαναστασίου τα έγραφε αυτά όχι οι σημερινοί εθνικιστές. Την θολοκουλτούρα, ο σπουδαίος Έλλην, την είχε καταλάβει από τότε. Και δεν είχε επισημάνει μόνο την αλλαγή των ορισμών αλλά και τις ριζο – σπαστικές μεθόδους καταστροφής του έθνους:
Ο Παπαναστασίου ήταν αυτός που είχε επισημάνει τον καθοριστικό ρόλο της γλώσσας στην διατήρηση της Εθνικής ταυτότητας, γράφοντας: «Όταν η εισβολή ξένων (γλωσσικών) στοιχείων είναι τόσον μεγάλη, ώστε κατ’ ουσίαν αποτελεί τάσιν παραγκωνίσεως της γλώσσης του σχετικού Έθνους από ξένην, όπως η αθρόα εισβολή λατινικών στοιχείων εις την ελληνικήν γλώσσαν κατά τους πρώτους αιώνας της βυζαντινής αυτοκρατορίας, σημαίνει ότι εκ παραλλήλου γίνεται προσέγγισις εθνική που τείνει να μεταβάλη τον χαρακτήρα του σχετικού Έθνους, να το αφομοιώση με άλλο». Σήμερα θα ήταν απολύτως βέβαιος για την ορθότητα του ισχυρισμού του.
Ο Παπαναστασίου ήταν αυτός που είχε γράψει ότι «Όσον μεγαλύτερος και λαμπρότερος είναι ένας πολιτισμός τόσον ισχυρότερον είναι το σχετικόν εθνικόν αίσθημα και κατά συνέπειαν ο εθνικισμός».
Τέλος, ο Παπαναστασίου ήταν αυτός που πιστεύει ότι ο αμυντικός εθνικισμός «θέλει την σύμπτωσιν κρατικών και εθνικών ορίων», σε αντίθεση με τον ιμπεριαλισμό, ο οποίος «επιδιώκει την επέκτασιν των κρατικών ορίων πέραν από τα εθνικά».
Και σαν ένας προφήτης του Ελληνισμού για το θέμα της Μακεδονίας μας και την επεκτατική πολιτική των Σκοπίων γράφει: «Όσον ολιγώτερον στηρίζονται οι αξιώσεις ενός έθνους εις την ύπαρξιν ομοεθνούς πληθυσμού και κατά δεύτερον λόγον εις ιστορικά δικαιώματα, τόσον περισσσότερον λαμβάνουν την μορφήν του ιμπεριαλισμού.»
Γι’ αυτόν τον λόγο και ο μεγάλος Έλλην, ο πολίτης Παναγιώτης Παπαγαρυφάλλου, στην μελέτη του για τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου επισημαίνει: «Προσκολλημένη η Ελλάδα – ως «ψωροκώσταινα» στα στενά χωρικά όρια, τα οποία απέκτησε με πολέμους και αίμα – δεν τόλμησε να συμπεριφερθή με την ιστορική αναγκαιότητα των εθνών, τα οποία, κατά τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου «έχουν την τάσιν εξαπλώσεως της επιβολής των ...»
Το βλέμμα μας λοιπόν πρέπει να στραφή στην νεολαία, η οποία όποτε της δοθή ευκαιρία και η ελευθερία εκφράζει τον εθνικισμό της, στις επευφημίες για κάθε νίκη της Εθνικής (και όχι λαϊκής) ομάδος της Ελλάδος, και μάλιστα σε κάθε άθλημα. Η Ελληνική νεολαία με τον πατριωτισμό και τον εθνικισμό της θα αναπετάξη την σημαία του αγώνος για την Ελλάδα.
Και για τον σκοπό αυτόν ας έχουμε κατά νουν όσα γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στην «Ασκητική» του
...«Το πρώτο σου χρέος εκτελώντας την θητεία σου στην ΡΑΤΣΑ, είναι να νιώσης μέσα σου όλους τους προγόνους.
Το δεύτερο, να φωτίσης την ορμή τους και να συνεχίσης το έργο τους.
Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσης στον γυιό την μεγάλη εντολή να σε ξεπεράση»...
Αυτό θα κάνουμε και όλοι εμείς οι «όσοι ζωντανοί», κατά τον Ίωνα Δραγούμη Έλληνες. Για να παραδώσουμε στα παιδιά μας μία πατρίδα με όλα τα στοιχεία του ελληνικού έθνους: Ελληνική Γλώσσα, Ελληνική Ιστορία, Ελληνική Παράδοση, Ελληνικό πολιτισμό και Ελληνική ανθρωπιστική Παιδεία... Αντίθετα προς κάθε επιβουλή της ριζο-σπαστικής θολοκουλτούρας.
Καθηγητού Φιλολόγου - Ιστορικού
Συγγραφέως
Στην εποχή μας όταν πρόκειται να αναλύσουμε έναν όρο, μία λέξη, ένα νόημα, το οποίο αναφέρεται στις σχέσεις με συστήματα εξουσίας, πρέπει να έχουμε πάντα υπ’ όψιν μας όσα έγραφε ο Θουκυδίδης στο τρίτο βιβλίο της ιστορίας του «του Πελοποννησιακού πολέμου» (Γ,82,4), σχετικά με την δράση των τότε ισχυρών: «Και την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει», που σε νεοελληνική απόδοση σημαίνει: «Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα και την σημασία των λέξεων» (ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, Γ,82,4).
Όπως τότε δηλαδή οι διάφορες πόλεις με την πολυμήχανη υπουλότητα των επιθέσεών τους κατήντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την σημασία των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα πράγματα, έτσι και σήμερα οι σύγχρονοι κοσμοεξουσιαστές εφαρμόζουν την ανωτέρω «θουκυδίδειον ρήσιν», για την αλλαγή της σημασίας των λέξεων.
Έτσι λοιπόν, σήμερα, πολλοί είναι οι παίζοντες το παιχνίδι των κοσμοεξουσιαστών. Για να το πετύχουν όμως πρέπει να αφαιρέσουν μέσα από κάθε λαό το στοιχείο, που τον χαρακτηρίζει και τον διαφοροποιεί ως έθνος. Να αλλάξουν την σημασία των λέξεων, να κάνουν τους λαούς να μισούν ο,τι έπρεπε να αγαπούν και το αντίθετο.
Έτσι δυστυχώς γίνεται... Έχουμε ξαναγράψει ότι όποιος σήμερα αγαπά την πατρίδα του, όποιος σκέπτεται εθνικά, δηλαδή όποιος φρονεί εθνικά, λέγεται ορθώς «εθνικόφρων». Κι όμως, για να δικαιολογούν οι κοσμοεξουσιαστές τις πράξεις τους έχουν αλλάξει την σημασία της λέξεων, παρασύροντας και άλλους λεξικογράφους. Ξέρετε για παράδειγμα τι γράφει το ηλεκτρονικό «Μείζον Ελληνικό Λεξικό» Τεγόπουλου – Φυτράκη για την λέξη «εθνικόφρων», που σήμερα έχει γίνει «εθνικόφρονας»; Γράφει τα ακόλουθα μονοτονικά:
«Εθνικόφρονας [-ων, -ον (-ονος)] κ. εθνικόφρονας (ο) επίθ. ο εμφορούμενος από εθνικά φρονήματα | (ειδ.) συντηρητικός εθνικιστής, αντίθετος προς τις αριστερές τάσεις».
Διανοείσθε λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, που έχουμε φθάσει; Διανοείσθε ότι η διαστρεβλωμένη επίτηδες ερμηνεία, που τώρα χαρακτηρίζεται «ειδική», γράφει ότι εθνικόφρων είναι ο συντηρητικός εθνικιστής, αντίθετος προς τις αριστερές τάσεις; Και το ίδιο λεξικό έχει ακόμα το λήμμα «αντιδεξιός», χαρακτηρίζοντάς τον ως «αντίθετο προς την δεξιάν ιδεολογία» ενώ το αντίθετο «αντιαριστερός» δεν αναγράφεται πουθενά! Γιατί: Μα απλούστατα, διότι η «κομματική» αριστερά (και όχι οι αριστεροί στο σύνολό τους) και σήμερα αλλά και από παλιά δεν εξέφραζε το έθνος αλλά τον διεθνισμό. Μετά δε την κατάρρευσή του βρήκαν στέγη στην θυγατρική τού διεθνισμού, την παγκοσμιοποίηση! Γι’ αυτό και εφαρμόζουν κατά γράμμα το «δόγμα Κίσσιγκερ» δια της «γραμμής Ρεπούση».
Αν όμως, οι προπάτορές μας ακολουθούσαν αυτή την πολιτική αντίληψη τότε ούτε η παλιγγενεσία του 1821 θα γινόταν, ούτε οι λαμπρές σελίδες του 1912-13, ούτε η δόξα του 1919-22, ούτε το έπος του 1940 και οι Έλληνες θα αναφέρονταν απλώς στα βιβλία των εξαφανισθέντων εθνών.
Οι εχθροί του Ελληνικού Έθνους επιδιώκουν να παρασύρουν τον Ελληνικό λαό να πιστεύση σε αυτήν την ηττοπαθή αντίληψη. Πόσες δε, ωραίες στο αυτί λέξεις, δεν έχουν «επιστρατεύσει» δήμερα, για να στολίζουν την ηττοπάθεια η την προδοσία: Ειρηνοφιλία, ισότης των φυλών, ανεξιθρησκία, διεθνής κατανόηση κ.λπ. Όμως οι Έλληνες επιζήσαμε ιστορικώς χιλιάδες χρόνια και εξασφαλίσαμε την εθνική μας ελευθερία, μόνο με την συνειδητοποίηση της ενότητός μας ως Έθνους. Αυτό βεβαιώνει η πραγματικότητα και μπορούν να την αλλάξουν τα χιλιάδες ψεύδη της μισελληνικής προπαγάνδας.
Ας δούμε όμως ακόμη έναν παγκοσμιοποιημένο ορισμό. Αυτόν του εθνικισμού. Σύμφωνα λοιπόν πάλι με το μονοτονικό «Μείζον Ελληνικό Λεξικό» Τεγόπουλου – Φυτράκη:
«Εθνικισμός:(ο) ουσ. η σε μεγάλο βαθμό προσήλωση στο έθνος και στα εθνικά ιδανικά που συνοδεύεται, μερικές φορές, από ξενοφοβία και επιθυμία απομόνωσης | εθνική συνείδηση που χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση ότι το έθνος υπερέχει από τα άλλα και οφείλει να προβάλει με έμφαση τον πολιτισμό και τα συμφέροντά του εις βάρος άλλων εθνών | κίνηση για πολιτική ανεξαρτησία υπόδουλης εθνότητας».
Αυτόν μάλιστα τον ορισμό αναμασούν όλα σχεδόν τα σύγχρονα ελληνικά λεξικά.
Όμως ένας εκ των πλέον αρμοδίων επί του θέματος, ο επιφανής καθηγητής πολλών Πανεπιστημίων Δημήτριος Βεζανής προσδιώρισε στην «Γενική Πολιτειολογία» του την διαφορά μεταξύ «εθνικισμού» και «εθνισμού».
Ο εθνικισμός λοιπόν, γράφει ο εξαίρετος πολιτειολόγος, αποτελεί την «ενεργητικήν κατάφασιν της ιδέας του 'Εθνους». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όταν είσαι εθνικιστής πιστεύεις στα ιδεώδη του Έθνους σου και ενεργείς, αγωνίζεσαι δηλαδή γι’ αυτά τα ιδανικά. Από την άλλη ο Εθνισμός αποτελεί «την παθητικήν κατάφασιν της ιδέας του Έθνους». Και τούτο με την σειρά του σημαίνει ότι ο Εθνιστής πιστεύει στα ιδεώδη του Έθνους, αλλά ηθελημένα δεν αγωνίζεται γι’ αυτά.
Φαίνεται λοιπόν καθαρά ότι ο εθνικιστής είναι ένας δρων αγωνιστής υπέρ του Έθνους ενώ ο εθνιστής απλώς πιστεύει στο Έθνος, ανήκει εις αυτό, άλλα δεν επιθυμεί να αγωνισθή για το Έθνος του. Προσφάτως, μάλιστα, συναντήσαμε στις οθόνες της τηλοψίας κάποιους που δήλωναν ότι αγαπούσαν την Ελλάδα αλλά εξεδηλώνοντο κατά των συλλαλητηρίων) Μου θυμίζει βεβαίως και κάποιους «γιαλαντζί» αντιστασιακούς, που, όταν οι σύντροφοί τους πλήρωναν την αντίθεσή τους προς την δικτατορία με φυλακίσεις στα υπόγεια, εκείνοι έκαναν αντίσταση στα μπαράκια τοης αλλοδαπής. Αυτός είναι ο εθνιστής, ο παθητικός δηλαδή φορέας της εθνικής ιδέας.
Οι ανωτέρω διακρίσεις ήταν απολύτως απαραίτητο να αναφερθούν, διότι τελευταία οι εχθροί του έθνους, ακολουθώντας την αποκάλυψη του Θουκυδίδου, μέσω των οργάνων τους προκαλούν μία σκόπιμη σύγχυση στις έννοιες του εθνικιστού και εθνιστού.
Όμως την σύνδεση του εθνικισμού με την ενέργεια την είχε επισημάνει και ο Ίων Δραγούμης, ο οποίος χαρακτηριστικώς, από το 1904, στο σύγγραμά του «Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες», Αθήναι. 1991, εκδ. "ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ" σελ. 62 κ.ε. γράφει:
«Ο εθνικισμός είναι μορφή της ενέργειας... Η ενέργειά μου με κάνει εθνικιστή...»
Το πολιτικό λοιπόν σύνθημα, που ανταποκρίνεται στην ανάγκην της εποχής είναι «ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΚΑΘΕ ΕΘΝΙΚΟ»!
Πρέπει οι Έλληνες να δείξουμε εμπράκτως την αγάπη μας προς την πατρίδα μας την Ελλάδα. Αλλά η αγάπη μας αυτή δεν θα πρέπει να μείνη στα λόγια η στα κρυφά ενδόμυχα αισθήματα. Αλλά να εκδηλωθή με έργα και με αγώνα.
Επειδή όμως σήμερα πολλοί είναι εκείνοι, που δηλώνουν πατριώτες αλλά όχι εθνικιστές, ερμηνεύοντας μάλιστα κάθε φορά κατά το δοκούν τους όρους θα χρειασθή να αναλύσουμε την σχέση μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού. Έτσι θα καταλήξουμε σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα:
«Πατρίς», λοιπόν, σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα και λεξικά είναι «η γη των πατέρων». Μάλιστα στα αρχαία χρόνια που οι Κρήτες που είχαν μητριαρχία, ωμιλούσαν όχι περί της Πατρίδος, περί της γης δηλαδή των πατέρων, αλλά περί της Μητρίδος, περί της γης των μητέρων («Η δε πατρίς και μητρίς ως Κρήτες καλούσι, πρεσβύτερα και μείζονα δίκαια γονέων έχουσα, πολυχρόνιος μεν εστιν ου μην αγήρως ουδ’αυτάρκης, αλλ’ αεί πολυωρίας δεομένη και βοηθείας και φροντίδος επισπάται», Πλουτάρχου «ει πρεσβυτέρω πολιτευτέον»).
Η αγάπη, λοιπόν, προς την Πατρίδα και ο αγώνας υπέρ αυτής ονομάζεται Πατριωτισμός.
Ο Εθνικισμός όπως αναλύσαμε προηγουμένως, βασίζεται στο Έθνος. Ο δε πατριωτισμός στην Πατρίδα. Επομένως διαπιστώνουμε ότι ο Εθνικισμός υπάρχει στον πνευματικό χώρο, αλλά και στον βιολογικό, διότι προϋποθέτει την ύπαρξη φυλής. Επίσης ο Εθνικισμός είναι διαχρονικός, διότι στην έννοια του Έθνους περιλαμβάνονται οι άγεννητοι και οι νεκροί. Και για τις πράξεις μας «Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί», όπως λέει ο Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Το Έθνος λοιπόν, επεκτείνεται στο παρελθόν και στο μέλλον. Η πατρίδα από την άλλη έχει συναισθηματικό περιεχόμενο, διότι συνδέει τα άτομα ενός ομοεθνούς λαού προς έναν γεωγραφικό χώρο. Μπορεί να υπάρξη Έθνος χωρίς Πατρίδα (π.χ. διότι αυτή κατεκτήθη και το έθνος εξεδιώχθη).
Η έννοια του Έθνους επομένως είναι διαφορετική από την έννοια της πατρίδος και οπωσδήποτε πιο ευρεία. Βεβαίως, όλα τα έθνη αγωνίζονται να δημιουργήσουν Πατρίδα, η οποία να περιλαμβάνη όλους τους ομοεθνείς. Όλα τα έθνη μάχονται να απελευθερώσουν τα τμήματα της Πατρίδος τους που είναι υπόδουλα. Και μάλιστα, σήμερα δημιουργούνται τεχνικώ τω τρόπω από τους κοσμοεξουσιαστές και «έθνη», τα οποία με διαστρεβλωμένη και κατασκευασμένη ιστορία προσπαθούν να οικειοποιηθούν το παρελθόν και την ιστορία σπουδαίων και παναρχαίων λαών, τη βοηθεία πολλών αδρανούντων δηλωμένων εθνιστών, καλυπτομένων από το σύγχρονο επίθετο «πατριώτης», προβάλλοντας μάλιστα το σοφιστικό επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν περισσότερο η λιγότερο πατριώτες». Έχουμε ακούσει πλειστάκις στην τηλοψία εκπροσώπους της θολοκουλτούρας να θέτουν σε «δίλημμα» τους αμηχάνους και αντιθέτους προς αυτήν την άποψη παρευρισκομένους, με την ερώτηση: «Είσαι εσύ περισσότερο πατριώτης από εμένα;» Και αντί αυτοί να τους δώσουν την πρέπουσα απάντηση, συμβιβάζονται με την ισοβαθμία του πατριωτισμού όλων, προς χαράν της επηρμένης θολοκουλτούρας.
Επομένως, από την ανάλυση των ανωτέρω εννοιών προκύπτει ότι ο Εθνικισμός και ο Πατριωτισμός είναι δυό αλληλένδετες έννοιες. Επομένως, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι ο καλός εθνικιστής είναι και καλός πατριώτης και αντιστρόφως.
Η θολοκουλτούρα βεβαίως έχει επιδοθή σε έναν αγώνα διαστρεβλώσεως και αλλαγής της σημασίας των λέξεων «εθνικισμός» και «πατριωτισμός». Και για την μεν πρώτη έχει δώσει την διαστρεβλωμένη ερμηνεία ότι «Εθνικισμός είναι η σε μεγάλο βαθμό προσήλωση στο έθνος και στα εθνικά ιδανικά που συνοδεύεται, μερικές φορές, από ξενοφοβία και επιθυμία απομόνωσης...»
Αυτό το μερικές φορές τα αλλάζει όλα... Δηλαδή και όσους δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτές τις μερικές φορές, θα τους πάρη το ποτάμι της «σκοπίμου γενικότητος» του ορισμού, ο οποίος κάνει και όσους θέλουν να είναι εθνικιστές να φοβούνται να το δηλώσουν μήπως και τους ταυτίσουν με όσους υπάγονται στο «μερικές φορές». Μεσοβέζικα πράγματα, μεσοβέζικοι ορισμοί, που κάνουν όμως στο ακέραιο την δουλειά (δηλαδή την εκ δουλείας εργασία) της θολοκουλτούρας.
«Για να μην απορούν, όμως, για τους σωστούς ορισμούς («εθνικόφρονος και εθνικιστού») τους θυμίζω να διαβάσουν το έργο του όντως σπουδαίου αλλά και χαρακτηριζομένου από τους ιδίους «Πατέρα της Δημοκρατίας» Αλεξάνδρου Παπαναστασίου με τον τίτλο: «Εθνικισμός». Το έργο αυτό το έχουν εξαφανίσει από την αγορά, διότι τους ξεμπροστιάζει, τραβώντας την ψεύτικη λεοντή των υποτιθεμένων προοδευτικών αγωνιστών».
«Ημπορούμεν να ορίσωμεν τον Εθνικισμόν ως την προσπάθειαν ενός έθνους προς επιβολήν του εντός των ορίων του δι’ αποκρούσεως αλλοεθνούς επιβολής η δια συγχωνεύσεως εις εν όλον των χωρισμένων μερών του αυτού Έθνους. Εις την πρώτην περίπτωσιν η εθνικιστική ιδέα εκδηλώνεται εις την καταπολέμησιν της ξενικής επιδράσεως, εις δε την δευτέραν εις την κατάπνιξιν των τοπικιστικών τμημάτων του αυτού Έθνους. Και εις τας δύο περιπτώσεις το ουσιώδες είναι η προσπάθεια προς κυριαρχίαν της υποστάσεως ολοκλήρου του Έθνους».
Ο Παπαναστασίου τα έγραφε αυτά όχι οι σημερινοί εθνικιστές. Την θολοκουλτούρα, ο σπουδαίος Έλλην, την είχε καταλάβει από τότε. Και δεν είχε επισημάνει μόνο την αλλαγή των ορισμών αλλά και τις ριζο – σπαστικές μεθόδους καταστροφής του έθνους:
Ο Παπαναστασίου ήταν αυτός που είχε επισημάνει τον καθοριστικό ρόλο της γλώσσας στην διατήρηση της Εθνικής ταυτότητας, γράφοντας: «Όταν η εισβολή ξένων (γλωσσικών) στοιχείων είναι τόσον μεγάλη, ώστε κατ’ ουσίαν αποτελεί τάσιν παραγκωνίσεως της γλώσσης του σχετικού Έθνους από ξένην, όπως η αθρόα εισβολή λατινικών στοιχείων εις την ελληνικήν γλώσσαν κατά τους πρώτους αιώνας της βυζαντινής αυτοκρατορίας, σημαίνει ότι εκ παραλλήλου γίνεται προσέγγισις εθνική που τείνει να μεταβάλη τον χαρακτήρα του σχετικού Έθνους, να το αφομοιώση με άλλο». Σήμερα θα ήταν απολύτως βέβαιος για την ορθότητα του ισχυρισμού του.
Ο Παπαναστασίου ήταν αυτός που είχε γράψει ότι «Όσον μεγαλύτερος και λαμπρότερος είναι ένας πολιτισμός τόσον ισχυρότερον είναι το σχετικόν εθνικόν αίσθημα και κατά συνέπειαν ο εθνικισμός».
Τέλος, ο Παπαναστασίου ήταν αυτός που πιστεύει ότι ο αμυντικός εθνικισμός «θέλει την σύμπτωσιν κρατικών και εθνικών ορίων», σε αντίθεση με τον ιμπεριαλισμό, ο οποίος «επιδιώκει την επέκτασιν των κρατικών ορίων πέραν από τα εθνικά».
Και σαν ένας προφήτης του Ελληνισμού για το θέμα της Μακεδονίας μας και την επεκτατική πολιτική των Σκοπίων γράφει: «Όσον ολιγώτερον στηρίζονται οι αξιώσεις ενός έθνους εις την ύπαρξιν ομοεθνούς πληθυσμού και κατά δεύτερον λόγον εις ιστορικά δικαιώματα, τόσον περισσσότερον λαμβάνουν την μορφήν του ιμπεριαλισμού.»
Γι’ αυτόν τον λόγο και ο μεγάλος Έλλην, ο πολίτης Παναγιώτης Παπαγαρυφάλλου, στην μελέτη του για τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου επισημαίνει: «Προσκολλημένη η Ελλάδα – ως «ψωροκώσταινα» στα στενά χωρικά όρια, τα οποία απέκτησε με πολέμους και αίμα – δεν τόλμησε να συμπεριφερθή με την ιστορική αναγκαιότητα των εθνών, τα οποία, κατά τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου «έχουν την τάσιν εξαπλώσεως της επιβολής των ...»
Το βλέμμα μας λοιπόν πρέπει να στραφή στην νεολαία, η οποία όποτε της δοθή ευκαιρία και η ελευθερία εκφράζει τον εθνικισμό της, στις επευφημίες για κάθε νίκη της Εθνικής (και όχι λαϊκής) ομάδος της Ελλάδος, και μάλιστα σε κάθε άθλημα. Η Ελληνική νεολαία με τον πατριωτισμό και τον εθνικισμό της θα αναπετάξη την σημαία του αγώνος για την Ελλάδα.
Και για τον σκοπό αυτόν ας έχουμε κατά νουν όσα γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στην «Ασκητική» του
...«Το πρώτο σου χρέος εκτελώντας την θητεία σου στην ΡΑΤΣΑ, είναι να νιώσης μέσα σου όλους τους προγόνους.
Το δεύτερο, να φωτίσης την ορμή τους και να συνεχίσης το έργο τους.
Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσης στον γυιό την μεγάλη εντολή να σε ξεπεράση»...
Αυτό θα κάνουμε και όλοι εμείς οι «όσοι ζωντανοί», κατά τον Ίωνα Δραγούμη Έλληνες. Για να παραδώσουμε στα παιδιά μας μία πατρίδα με όλα τα στοιχεία του ελληνικού έθνους: Ελληνική Γλώσσα, Ελληνική Ιστορία, Ελληνική Παράδοση, Ελληνικό πολιτισμό και Ελληνική ανθρωπιστική Παιδεία... Αντίθετα προς κάθε επιβουλή της ριζο-σπαστικής θολοκουλτούρας.
Monday, October 31, 2011
Wednesday, August 24, 2011
Subscribe to:
Posts (Atom)