Thursday, December 11, 2008

Κωνσταντίνος Ρωμανός, Καθηγητής Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου




Ο Κωνσταντίνος Π. Ρωμανός γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε, με υποτροφία Fulbright στις ΗΠΑ και με υποτροφία DAAD στη Γερμανία, Φιλοσοφία και Επιστήμες του Ανθρώπου, υπό τους καθηγητές Hans-Georg Gadamer, Ernst Tugendhat και Georg Picht. Παρακολούθησε επίσης παραδόσεις του καθηγητή V. Jankelevitch στη Σορβόνη. Είναι διδάκτωρ της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Δίδαξε σε αμερικανικά πανεπιστήμια και στο γερμανικό Πανεπιστήμιο του Kassel, ενώ σήμερα διδάσκει ως αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου. Γράφει στην ελληνική, την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα.

Εργογραφία


Ρωμανός, Κωνσταντίνος Π. :
Απολιθωμένη ζωή εκδ. Ελληνικά Γράμματα
Ο Εγκέφαλος και ο νους του εκδ. Τυπωθήτω
Οικείωσις εκδ. Τυπωθήτω
Ελληνιστικό Ισλάμ εκδ. Αλεξάνδρεια
Υπόθεση Φαλμεράιερ εκδ. Κάκτος
Πέρι της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων
μετ .Κ. Ρωμανός εκδ. Νεφέλη

Αναδημοσίευση από το Παρόν της Κυριακής
Ο Ελληνικός Ανθελληνισμός

Από την αρχή ο ανθελληνισμός ήταν η άλλη πλευρά του νομίσματος του φιλελληνισμού. Ο φιλελληνισμός ήταν έρωτας του ιδανιστικού Ελληνισμού, έρωτας του ελληνικού πολιτισμού όπως αυτό εκφραζόταν στη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, την επιστήμη, τα έργα των προγόνων.
Ανθελληνισμός ήταν η στάση απογοήτευσης του φιλέλληνα που προέκυπτε από την επαφή του τελευταίου με τους συγχρόνους του υπαρκτούς Έλληνες, δηλαδή τους ανθρώπους της καθημερινότητας, τους ανθρώπους όπως εσύ κι εγώ, με όλα τα πάθη και τις μικρότητες. Η ανώμαλη προσγείωση από το ιδανικό στο πραγματικό είναι μια κίνηση που στην πολιτική ψυχολογία εξηγεί την έκπτωση του έρωτα σε μίσος, του φιλελληνισμού σε ανθελληνισμό!

Ήδη οι Ρωμαίοι ήταν ταυτόχρονα εραστές της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και εχθροί των Ελλήνων της εποχής τους, για τους οποίους επεφύλασσαν τις κατηγορίες του γραικυλισμού, της διπροσωπίας, της υποκριτικής δουλικότητας κ.λπ. Τον ίδιο διχασμό παρατηρούμε καθ’ όλον τον μεσαίωνα στη στάση τόσο των Φράγκων όσο και των Αράβων απέναντι στον Έλληνα. Κατά την ένδοξη ελληνική επανάσταση του 1821 οι φιλέλληνες Ευρωπαίοι που πολέμησαν κατά των Τούρκων δεν παρέλειψαν να δώσουν δείγματα της απογοήτευσής τους από τους έλληνες συμπολεμιστές τους, οι οποίοι όχι μόνο δεν φορούσαν πλέον χιτώνες αλλά διακρίνονταν από φθόνο, εριστικότητα, φιλαυτία, άγνοια και τόσες άλλες «ανθρώπινες, υπερβολικά ανθρώπινες!» (Νίτσε) κακίες.
Συνοπτικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι το δίπολο φιλελληνισμός - ανθελληνισμός ισούται με έρωτα για τους απελθόντες και μίσος για τους ζώντες Έλληνες!
Οι Βαυαροί που κυβέρνησαν την Ελλάδα μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ήσαν αναμφισβήτητα μεγάλοι εραστές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ως εξ αυτού οργάνωσαν την ελληνική σχολική παιδεία κατά τα πρότυπα της γερμανικής φιλελληνικής παιδείας. Όμως έτσι, για πρώτη φορά στην ιστορία Έλληνες το γένος έλαβαν φιλελληνική παιδεία ως βάση της ιδίας εθνικής ταυτότητας! Οι Έλληνες έγιναν εφεξής «φιλέλληνες». Εμβολιάστηκαν δηλαδή με τη σχιζοειδή στάση της απόλυτης καταξίωσης, με την ταυτόχρονη απόλυτη απαξίωση του εαυτού του. Μια εγγενής αστάθεια του χαρακτήρα, μια ανεδαφική, κυκλοθυμική εκτίμηση των πραγμάτων έγινε εφεξής κεντρικό συστατικό της ελληνικής ψυχής.
Σε συλλογικό επίπεδο οι ιστορικές συγκυρίες προκαλούν την ανάδυση του ενός ή του άλλου πόλου στο προσκήνιο. Οι επιτυχίες γρήγορα επιφέρουν ναρκισσισμό, ενώ οι αποτυχίες καταθλιπτική αυτοαπαξίωση έως αυτομαστίγωση. Η ελληνική ψυχή φαίνεται να έχει χάσει κάθε μέτρο.
Δεν είναι μετά από αυτά απορίας άξιον ότι μετά τη ντροπή των Υμίων και το όνειδος της παράδοσης του ικέτη Οτσαλάν (και τα δύο έργα όχι βεβαίως του λαού, αλλά της σημιτικής ηγεσίας) η ελληνική αυτοεκτίμηση έκανε, με τη γνωστή απολυτότητα, βουτιά στο κενό. Όμως εκεί την περίμεναν αυτήν τη φορά -αλίμονο (!)- εχθροί αποφασισμένοι να εκμεταλλευτούν στο έπακρον την αδυναμία της, ώστε να μην μπορέσει πλέον (αυτή είναι η επιδίωξή τους) να ανακάμψει.
Οι εχθροί αυτοί, οι οποίοι γνωρίζουν καλά την ελληνική κυκλοθυμία, αλλά και το ελληνικό πείσμα απέναντι σε κάθε εξωτερική παρέμβαση, επόμενο ήταν να ζητήσουν και να βρουν ερείσματα για την υπονομευτική δράση τους στο εσωτερικό του απογοητευμένου έθνους. Τέτοια ερείσματα όντως βρήκαν: στα φιλόδοξα, άκρως ανταγωνιστικά καπετανάτα των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, στη μεταπραττική ακαδημαϊκή διανόηση των πανεπιστημίων, στο πειρατικό κεφάλαιο των νεόκοπων εκατομμυριούχων των τηλεπικοινωνιών, των ΜΜΕ και των τραπεζών. Με αυτούς τους πολιορκητικούς κριούς εκπόρθησαν στο τέλος το ίδιο το κράτος, το οποίο, από εντεταλμένος προστάτης του έθνους ανεπαισθήτως μεταλλάχθηκε σε συνειδητό πλέον πολέμιο του έθνους και κατ’ επίτασιν του ιδίου του γένους των Ελλήνων. Οι ενορχηστρωμένες αυτές δράσεις των εχθρών του Ελληνισμού στο εσωτερικό του επί του παρόντος βιώνονταν ως μια ιδιαίτερα σφοδρή μορφή του κατά τα άλλα εγγενούς ανθελληνισμού των Ελλήνων, ως μία αρρώστια της βούλησης και του θυμικού, την οποία η συλλογική ψυχή αδυνατεί τόσο να κατανοήσει, όσο και να ανακάμψει από αυτήν.
Έτσι θα μπορούσε κανείς να πλησιάσει ένα πλήθος ακατανόητων κατ’ αρχήν φαινομένων του εξωκοινοβουλευτικού πολιτικού γίγνεσθαι, όπως την πλήρη απαξίωση του Ελληνισμού ως ουσίας και ως ονόματος στη συνείδηση των εμπνευστών γκραφίτι των Εξαρχείων του τύπου: «Κρεμάλα στους ελληνόψυχους!». Ή «Έλληνας είσαι και φαίνεσαι!». Ή (μέσα στο Πολυτεχνείο) «Σκοτώστε τους Έλληνες - τους Έλληνες που γεννάνε Έλληνες - τους Έλληνες!». Μπροστά στο ανθελληνικό μίσος των χιλίων και μίας αριστερίστικων ομάδων του «χώρου», η σκοπιανή αφίσα στην πρόσφατη διαδήλωση υπέρ της Μακεδονίας α λα Σκόπια «Fuck Greece», που είδαμε όλοι στην οθόνη της ΕΤ3, φαντάζει μάλλον συγκρατημένη.
Ή πάρτε τις περυσινές αφίσες του «χώρου» στην Πατησίων κατά της 28ης Οκτωβρίου: «Σταματήστε τις παρελάσεις διότι ενισχύουν τον πατριωτισμό!». Εδώ η λέξη «πατριωτισμός» είναι περίπου συνώνυμη του «φασισμός». Συγγενής εκδοχή είναι και η φράση «ξεφτίλες πατριώτες» στον τοίχο του Πολυτεχνείου. Την αποστροφή προς την έννοια πατρίδα εκφράζουν γκραφίτι του τύπου «καμία πατρίδα!», ενώ φράσεις του τύπου «πατρίδα μας είναι η Γη!» προσφέρουν τον πλανήτη ως -οικολογικής εμπνεύσεως- υποκατάστατο της απορριπτέας ελληνικής πατρίδας. Η δυσανεκτικότητα των αριστεριστών προς την ελληνική πατρίδα και την ίδια τη λέξη Έλληνας δεν επεκτείνεται παρά ταύτα σε άλλους λαούς και πατρίδες, εφόσον δεν αμφισβητούν ούτε τους Αλβανούς ούτε τους Κούρδους, τους Τούρκους, τους Ινδιάνους, τους Ιρακινούς, τους «Μακεδόνες» και το δικαίωμα όλων αυτών σε μία πατρίδα, γι’ αυτό και αγωνίζονται π.χ. υπέρ της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (όπως άλλωστε και ο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου»). Μόνο στους Έλληνες που παραδόξως επιμένουν να αγαπούν την Ελλάδα επιφυλάσσει το φαντασιακό του τεχνηέντως ενισχυμένου ντόπιου ανθελληνισμού την κατηγορία του «ελληναρά» και «εθνικιστή».
Η απολυτότητα του μίσους για την ελληνικότητα (με όλες τις παραδόσεις, την ιστορία και τους θεσμούς που την εκφράζουν) πάει χέρι χέρι με την απεριόριστη λατρεία του «χώρου» για τους μετανάστες. «Είμαστε όλοι μετανάστες!» και «είμαστε όλοι Αλβανοί!» διηγούνται εδώ οι τοίχοι, τα φυλλάδια, τα αντιρατσιστικά φεστιβάλ. «Νομιμοποιήστε τους όλους!». «Όχι διακρίσεις ανάμεσα σε νόμιμους και παράνομους!». «Κάτω τα σύνορα, κάτω το έθνος, είμαστε όλοι πολίτες του κόσμου!» ουρλιάζουν με ένα στόμα οι τηλεκατευθυνόμενοι επαρχιώτες, «είμαστε παιδιά της φύσης!» επισημαίνουν οι νεοχίπηδες του ελληνικού 21ου αιώνα… Εθνικά προβλήματα δεν υπάρχουν, είναι αποκυήματα της φαντασίας των Ελληναράδων, δεν υπάρχει Τσαμουριά, Μακεδονία, Θράκη, Αιγαίο, Κύπρος, οι καλοί αυτοί άνθρωποι ζουν αλλού, σ’ ένα αερόπλοιο που αιωρείται ελεύθερα κάπου μεταξύ Καλιφόρνιας και Σαμπάλα. Δεν υπάρχουν γέροι έλληνες συνταξιούχοι που φυτοζωούν, σχολεία «διαπολιτισμικής» αμάθειας και εγκληματικότητας, ελληνικό προλεταριάτο που αντικαθίσταται από Ασιάτες με μηδενική ταξική συνείδηση, μαφίες ξένων εγκληματιών που τρομοκρατούν τις λαϊκές αστικές περιοχές. Δεν υπάρχουν ούτε ευρωπαϊκά κράτη τα οποία διακηρύσσουν τους κινδύνους του «πολυπολιτισμού» (Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ολλανδία, Αυστρία κ.λπ.), όχι, υπάρχει μόνο η θεσπέσια ελληνική -δηλαδή ανθελληνική- αποθρασυμένη από την αφειδώς παρεχόμενη ενθάρρυνση νεολαιίστικη πρωτοπορία.
Διότι περί νεολαίας πρόκειται, νεολαίας πληγωμένης από τις εθνικές ντροπές που συστηματικά απεργάζονται οι πράκτορες στα ανώτερα κλιμάκια του κράτους, νεολαίας πληγωμένης από μια πατρίδα για την οποία δεν μπορούν να είναι περήφανοι. Ούτε σε ό,τι αφορά στην κοινωνική δικαιοσύνη και στον πολιτισμό! Όμως αυτή η νεολαία περνάει πλειοψηφικά από το πανεπιστήμιο κι εκεί την περιμένουν αριβίστες διανοούμενοι της λάιτ Αριστεράς οι οποίοι ήδη επί Κλίντον στρατολογήθηκαν διεθνώς ως προπαγανδιστές της Νέας Εποχής της Παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της αχαλίνωτης κίνησης κεφαλαίων, προϊόντων και σκλάβων ανά τον πλανήτη. Εδώ λοιπόν, στο μεταλλαγμένο πρώην ελληνικό πανεπιστήμιο οι νεολαίοι μας μαθαίνουν τη σεχταριστική θεωρία της ιστορίας για την οποία το ελληνικό έθνος είναι «μύθος», οι αγωνιστές του ένδοξου ‘21 είναι κήρυκες του επάρατου πατριωτισμού, η αρχαία Ελλάδα ασήμαντος, ετερόφωτος πολιτισμός, η συνέχεια του ελληνικού γένους ανύπαρκτη, η απελευθέρωση του λίκνου του Ελληνισμού από τον Τούρκο αιμοσταγής κατάκτηση και πάει λέγοντας. Μαθαίνουν επίσης ότι η δημοκρατία δεν είναι κατάκτηση του επαναστατημένου έθνους, αλλά υπόσχεση του μελλοντικού «πολιτικού πολυπολιτισμού», δηλαδή των υπεράριθμων εποίκων - λαθρομεταναστών στους οποίους θα αποδοθούν (ανεξαρτήτως αριθμών και προελεύσεως) από το ανθελληνικό κράτος πολιτικά δικαιώματα, προκειμένου να εκπαραθυρώσουν το εναπομείναν γένος των Ελλήνων από το ιστορικό του λίκνο. Τέλος, μαθαίνουν ότι όποιος αρνείται τις επιστημονικές αυτές αλήθειες που οι ανελλήνιστοι αυτόκλητοι διαφωτιστές των πανεπιστημίων εισήγαγαν στην Ελλάδα από την αγγλοσαξωνική Εσπερία, δεν μπορεί να είναι άλλο από πρωτόγονος εθνικιστής και ρατσιστής.
Οι νεολαίοι μας αυτοί λοιπόν εξέρχονται μαζικά από τα πανεπιστήμια με τα πληθωριστικά δωρεάν πτυχία και τον «επιστημονικό» ανθελληνισμό στην τσέπη. Άπαξ και είναι άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι, έχουν τον χρόνο, και βεβαίως τον ενθουσιασμό, να δοκιμάσουν τις νεοαποκτηθείσες ιδέες τους στην πράξη. Οργανώνονται λοιπόν πολιτικά σε ομάδες έτοιμες να τα βάλουν με την εξουσία, με το εθνικιστικό κράτος που αποδιώχνει τους μετανάστες και τη βίαιη αστυνομία του που ειδικεύεται στη σφαγή αθώων αναρχικών. Εξ ου και η εξάσκηση στη ρυθμική απαγγελία της ρίμας «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!» Όμως εδώ αρχίζουν οι απογοητεύσεις:
Ξαφνικά ένας κεντρικός εκπρόσωπος της κρατικής εξουσίας, ο υπουργός Εσωτερικών, ακούγεται να λέει προς τους μετανάστες «ευχαριστούμε που ήλθατε» και στη συνέχεια «θα τους νομιμοποιήσουμε όλους!». Πιο πριν ακούστηκε και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης να λέει κι αυτός στους λαθρομετανάστες «ευχαριστούμε που επιλέξατε την Ελλάδα», τονίζοντας σε άλλη ευκαιρία ότι δεν μπορούμε να στηριχθούμε στο έθνος και την ιστορία του, γιατί αυτό «δημιουργεί καθεστώτα αυταρχικά». Μαζί μ’ αυτά οι νεολαίοι μας βλέπουν το υπουργείο νέας γενιάς να τυπώνει φυλλάδια κατά των ρατσιστών (του ελληνικού λαού), βλέπουν τα ΜΜΕ να τιτλοφορούν την Ελλάδα του 2007 «χώρα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας», ακούν τον υφυπουργό Εσωτερικών να λέει μέσα στη Βουλή ότι η Ελλάδα θα γίνει πολυπολιτισμικό κράτος, ανακαλύπτουν ότι το υπουργείο Παιδείας λανσάρει στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση εκατοντάδες νέα ανθελληνικά και ταυτόχρονα αντιρατσιστικά βιβλία, βλέπουν την αστυνομία να παρακολουθεί -άπρακτη- τους κουκουλοφόρους να καίνε την ελληνική σημαία, την ελληνική σημαία να βεβηλώνεται και αντ’ αυτής την αλβανική να υψώνεται στο λεηλατημένο λύκειο Παγκρατίου. Βλέπουν λοιπόν οι νεολαίοι και ακούν το κράτος και καταλαβαίνουν ότι αυτό δεν είναι ίσως ο εχθρός που φαντάζονταν, ότι ο εχθρός είναι αλλού, ότι ο εχθρός είναι ο ίδιος ο ελληνικός λαός, ότι το Κολωνάκι είναι προοδευτικό, ενώ ο λαός είναι αντιδραστικός.
Στην Ελλάδα για πρώτη φορά στην ιστορία των νεωτέρων χρόνων η προδοσία του ανθελληνισμού ξεπέρασε την πολιτική και έλαβε επιπροσθέτως πολιτιστική υπόσταση, η οποία μαζί με τη δημογραφική αλλαγή απειλούν τον ίδιο τον πυρήνα του έθνους και του γένους. Στις απειλές αυτές, έξωθεν ενορχηστρωμένες, δεν υπάρχει άλλη αντίσταση από το πνεύμα της ελευθερίας των Ελλήνων, το πνεύμα του Λεωνίδα, του Παλαιολόγου και του ένδοξου ‘21!

Tuesday, November 18, 2008

The mother's heart - Της Μάνας η καρδιά


Recados e Imagens - Flores - Orkut

Recados, Gifs e Imagens no Glimboo.com


A young man fell in love with a woman from a neighboring village. His love for her was genuine and he sought her hand in marriage. She, however, felt no such affection for him and exploited his feelings to her own advantage. She made it a game, ever demanding more and more proof of his love.

At last, she demanded the unthinkable. "If you really love me," she said, "I need to know there is no rival. Prove it to me. Take your mother's life and bring her heart to me as a trophy of my victory over your love for her." The young man was thoroughly confounded and grief-stricken. Unable to withstand his "loss" any longer, in a frenzied fit he killed his mother and took the heart out of her body. He ran as fast as he could to present this trophy to the girl he loved. But in the woods he stumbled and fell, and the heart tumbled out of his hand. As he feebly rose to his feet he frantically searched the undergrowth for her heart. Finally, he spotted it and picked it up and as he dusted off his knees he heard a voice coming from the heart saying, "Son, are you hurt? ...Son, are you hurt?"

Monday, November 17, 2008

Παντελής Θαλασσινός - Οι άγγελοι του Έρωτα


Στίχοι: Alice Tori
Μουσική: Γιάννης Νικολάου
Πρώτη εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός

Ένα παλικάρι ήτανε μια φορά,
που αγάπαγε με πάθος μια όμορφη κυρά.

Μια μέρα, όπως έπαιρνε τα λάγνα της φιλιά,
«ζήτα μου ο,τιδήποτε» τής λέει τρυφερά.

«Αν μ' αγαπάς» τού είπε, με νάζι και καημό,
«την καρδιά της μάνας σου εγώ επιθυμώ»

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε, να πάει στο πατρικό του,
ποτέ του αυτός δεν πάτησε τον όρκο το δικό του.

«Δώσε μου μάνα την καρδιά, στα πόδια της ν' αφήσω»
«Αν είναι γιε μου για καλό, εγώ στηνε χαρίζω»

Κι έτσι της πήρε την καρδιά και χάθηκε στο δρόμο,
μα σε μια πέτρα σκόνταψε και δάκρυσε απ' τον πόνο.

Γυμνή η καρδιά του μίλησε προτου να ξεψυχήσει
«Χτύπησες μήπως γιόκα μου, ψηλό μου κυπαρίσσι;»

Με ματωμένα χέρια φτάνει στο σπιτικό της,
«να η καρδιά που γύρευες» και την αφήνει εμπρός της.

Μα αυτή καν δεν τον κοίταξε κι άρχισε να γελάει,
«μήπως θα 'ταν καλύτερο να μού τη φέρεις Μάη...»


Στίχοι: Alice Tori
Μουσική: Γιάννης Νικολάου
Πρώτη εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός
Από το CD "Άγγελοι του Έρωτα"

Jean Richepin - Mother's heart the original poem

η πρώτη αναφορά της ιστορίας γίνεται στη νουβέλα "La Glu" του Jean Richepin (1881). Σ' αυτήν ο συγγραφέας αναφέρεται σε ένα "πολύ παλιό γαλλικό τραγούδι" το οποίο στην νουβέλα τραγουδάει ο παλιός ναύτης Gillioury στον Marie-Pierre που ήταν αγενής απέναντι στη μητέρα του. Ακολουθεί το αυθεντικό κείμενο:


Yavait un' fois un pauv' gas,
Et lon lan laire, Et lon lan la,
Yavait un' fois un pauv' gas
Qu'aimait cell' qui n'l'aimait pas.

Ell' lui dit: Apport' moi d'main
Et lon lan laire, Et lon lan la,
Ell'lui dit: Apport moi d' main,
L'coeur de ta mer' pour mon chien.

Va chez sa mere et la tue
Et lon lan laire, Et lon lan la,
Va chez sa mere et la tue
Lui prit I'coeur et s'en courut

Comme il courait, il tomba,
Et lon lan laire, Et lon lan la,
Comme il courait, il tomba,
Et par terre l'coeur roula.

Et pendant que l'coeur roulait,
Et lon lan laire, Et lon lan la,
Et pendant que l' coeur roulait
Entendit l' coeur parlait.

Et l' coeur disait en pleurant,
Et lon lan laire, Et lon lan la,
Et l' coeur disait en pleurant:
T'es-tu fait mal, mon enfant?

Η καρδιά της μάνας Μεταφραστική προσέγγιση Ιωάννης Μποζίκης


Μια φορά κ’ έναν καιρό, ένας κακομοίρης και κατσούφης,
αγαπούσε μια κοπέλα, που τον είχε σήκω-κάτσε του χεριού της.

Και του λέει η κοπέλα μ’ ένα ψεύτικο φιλί:
- Την καρδιά της μάνας σου να φέρεις, να ταΐσω το σκυλί!!

Κι αυτός τρέχει προς τη μάνα, την σκοτώνει με ορμή,
την καρδιά της ξεριζώνει και αφήνει χάμω το κορμί.

Κι όπως τρέχει, μια πέτρα τον τινάζει, τον πετά
με της μάνας την καρδούλα, να κυλάει, να γρικά.

Κι απ’ το κύλα, κύλα, κύλα, η καρδιά όλο θρηνούσε
και την άκουγε ο νιος κι απ΄ τον φόβ’ ολοβογκούσε.

Και του λέει η καρδούλα μες στον πόνο και το κλάμα χαλασμού:
- Γιόκα μου επόνεσες; Είμ’ η μάνα σου, το απόσκεπο αγκαλιασμού!!!

Jean Richepin
(1849-1926)
Μεταφραστική προσέγγιση
Ιωάννης Μποζίκης

Η Καρδιά της Μάνας του Jean Richepin


Τραγούδι με μπουζούκι

Ένας λεβέντης μια φορά,
-- καί τραϊ λαλό
καί τραϊ λαλά,—
ένας λεβέντης μιά φορά
νάγάπαε μιά άπιστη κυρά.

Τού λέει: Για σύρε αύριο ταχιά
— καί τραϊ λα-λό
καί τραϊ λα λά—
τής μάννας σ' φέρε μ’τήν καρδιά
για νάν τή ρήξω στά σκυλιά!
Τρέχει στή μάννα. .. καί τή σφάει !
—καί τραϊ λα λό
καί τραϊ λα - λά –
τρέχει στη μάννα... καί τή σφάει !
της βγάνει τήν καρδιά... και πάει!
Τρέχοντας, πέφτει και χτυπάει:
— και τραϊ λα λό
και τραϊ λα-λά-
τρέχοντας πέφτει καί χτυπάει.....
Μαζί του κ' ή καρδιά κυλάει.
Και καθώς κύλαε, ώχ αλιά!
— καί τραϊ λαλό
και τραϊ λαλά ! —
και καθώς κύλαε, ωχ αλιά !
βγάζει ή καρδιά ψιλή λαλιά:
καί τούλεε κλαίοντας ή κάρδια:

— καί τραϊ λαλό
καί τραϊ λαλά!-_
καί τούλεε κλαίοντας ή κάρδια:

— Γιέ μου, μή χτύπησες βαρειά;

Ν. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ- ΛΑΥΡΑΣ

“Ο Νουμάς , τομ. 21. Αρ. 784 (1924)’’

Sarah Bernhardt to Jean Richepin


“… trample me under your storms …”Sarah Bernhardt (born Henriette Rosine Bernard; 1844—1923). French actress. Born in Paris, Sarah was the illegitimate child of mixed French-Dutch parentage of Jewish descent. She entered the Paris Conservatoire in 1859, winning fame in 1867 as
Zanetto in Copper's Le Passant and the Queen of Spain in Roy Blas. After 1876, she frequently appeared on stage in London, the United States, and Europe. In 1882, she married Jacques Damala, a Greek actor possessed of limited talent and an over¬sized ego, from whom she later separated. Among her lovers were the Belgian Prince de Ligne (by whom she had her only child, Maurice), the artist Gustave Dore, numerous actors, and the picaresque French poet, dramatist, and novelist Jean Richepin(1849—1926). This turbulent and torturous affair began shortly after her husband left to serve in the army in North Africa. A short time later, Jacques returned, bringing home gambling debts and a new mistress. Sarah took him back, threw Jean out, then threw Jacques out, and carried on in much the same dra¬matic manner as she performed on stage. However, as evinced in the fol¬lowing letter, there can be no doubt that she was deeply in love with Jean.

Sarah Bernhardt
My adulated one, my distracting master, I beg your pardon. Oh, do forgive me! Did I say so many bad and infamous things then that you had to write such angry words? I feel dizzy under the torrent of your anger; your phrases stab my heart and carve themselves into my being. I have read eight phrases of your letter and they were all struggling to be the first to arrive. I am tired of your continual scolding and I am still yours more than ever—the blame is yours; I cannot be distant from you . . .
Come back! I implore you, come back—tomorrow I will write you an official letter telling you to come back quick, quick! See, Jean, truly I cannot help it. I adore you; I am all yours because it had to be, because that's how I feel for you. My letter could reach you only now because you were not free. It is not my fault—I wrote one ten days ago saying that I love you as I do today; I swear I am incapable of betraying you. Yes, I know too well that I like being a traitor, that I am made of bad thoughts and treason—I am everything it pleases you to call me. I have been all these things; the superiority I felt over all those around me created my perversity; but that is all dead, nothing exists anymore. You came—you breathed your pow¬erful breath over me and other people, my hesitations, and my whys and wherefores all crumbled. I drank on your lips the truth of love and I trembled in your arms, feeling the real, mad sensation of bodily rapture, and I saw in your eyes the absolute superiority of your being. With the beauty of a new flower I gave myself completely for I brought you a being that belonged only to you. I invented nothing about me, I felt it all afresh.
So you see, Jean, you must forgive my bad temper. As soon as you left, it overwhelmed me, leaving me no time for reflec¬tion. Still moist from your arms, perfumed by your being, it showed me the bed, the night, the awakening, the kiss, the lov¬ing.. . All right, all right! Let's not talk of my temper any more. I beg you to forgive me for all I may have asked you. With both my arms around your neck I ask you to forgive me—I'm sick of having shouted so loudly.
There, be kind; take me close to you, my Jean. Sing me some of your beautiful verses, bear me away in tender blue leaves, roll me over in dark clouds, trample me under your storms, break me in your rage, but love me well. My adored lover, love me in the name of love.
My claws are strong but they cannot leave a lasting mark in your heart if you run away from me. Tell me that it's all fin¬ished, that you'll destroy that stupid letter—but most of all tell
me that you know I'm faithful, that I can't betray you: it would be cowardly, infamous and stupidly foolish.
My letter was a cry of vengeance and you believed in it. Still, you must know it was only a scream of rage and real anguish. But don't you know, adored Master, that you are always near me, looking at me with your golden clarity; don't you know that my hand ceaselessly brushes against yours, that I find myself talking to you, offering my lips: this is the spell I'm suffering under. How can you suspect me of planning only for the moment, of stealing a parcel of what belongs to you?.. .You would notice such a theft, I'm sure, and I feel ashamed just thinking about it—quiet, calm yourself. From high above, very high, very high, where you shall be, pity my confused folly. I was hurt, I was wary—Everything you do must be and is right. I submit myself to your will and I subdue my pride: you shall punish me by refusing me your lips for a second . . .
Tell me that your faith in me revives, though all your hopes are ragged. Let us begin our flight again and even though you make me suffer too much I won't stop our mad race. I shall hurl myself down from above, my love, I shall nod to you and kill myself in the fall.
I kiss each of your hairs, gently I calm your adored body and my lips ask a hundred thousand pardons and beg that your lips be given back to me.

Sarah's on-again, off-again, relationship with Jacques was too much for Richepin to bear, and he finally warned the frivolous and drug-addicted actor that the world was dimply not big enough for the two of them. Jacques retreated, and Jean confidently claimed Sarah as his own. But the great actress belonged to no one, and she continued her affairs, thereby alienating Jean as a lover, but retaining him as a friend until her death, forty years later.