Friday, June 24, 2011
Thursday, June 23, 2011
Tuesday, June 7, 2011
Wednesday, May 25, 2011
Thursday, May 12, 2011
Γεώργιος Πλακιάς (ένα εξαιρετικό πόνημα που στάλθηκε ήδη στους εκπροσώπους του Ελληνικού λαού)
1. Γ ε ν ι κ ά
Οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται. Οι κυβερνήσεις ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Οι καταστάσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Οι συνθήκες μεταβάλλονται μέρα με τη μέρα. Αλλά, σε πείσμα όλων αυτών των μεταβολών, η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει και τη ζωή μας δυσκολεύει.
Αυτή παραλαμβάνει τον άνθρωπο σαν άθυρμά της από την κούνια και τον κατατρύχει δια βίου. Και μόνο όταν αυτός βρεθεί στην αγκαλιά της γης, γλιτώνει οριστικά από τα νύχια της γραφειοκρατίας.
Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος γεννιέται γραφειοκρατικά και πεθαίνει γραφειοκρατικά.
Σε κάθε βήμα της ζωής του έρχεται σε επαφή με το χαρτοβασίλειο της γραφειοκρατίας.
Η ανθρώπινη προσωπικότητα συνθλίβεται στα σκουριασμένα γρανάζια της. Η κοινωνική
και οικονομική ζωή μπλέκονται στα αναρίθμητα πλοκάμια της. Η ανθρώπινη ευτυχία ναυαγεί στους σκοπέλους και υφάλους της. Τα όνειρα και οι ελπίδες χάνονται στους ατέλειωτους μαιάνδρους της.
Στις γραμμές που ακολουθούν επιχειρούμε την ανατομία της γραφειοκρατίας, εντοπίζουμε τα αίτιά της και υποδεικνύουμε μέτρα για την τελεσφόρα πάταξή της:
1. Η έννοια της γραφειοκρατίας
Σε μια ευνομούμενη Πολιτεία οι πολίτες είναι φορείς και δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Το Κράτος, ως θεματοφύλακας του κοινού συμφέροντος, καθορίζει τους όρους, τις προϋποθέσεις, τους τρόπους, τα μέσα, τις μεθόδους, τους τύπους, τις διατυπώσεις, με μια λέξη, τις διαδικασίες, οι οποίες καθιστούν εφικτή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων και την άσκηση των δικαιωμάτων εκ μέρους των πολιτών. Παρόμοιες διαδικασίες καθιερώνει, επίσης, το Κράτος για την ικανοποίηση των λειτουργικών του αναγκών και την πραγμάτωση των στόχων του.
Γενικά, οι διαδικασίες αποτελούν το προστατευτικό κέλυφος του δημόσιου συμφέροντος. Χωρίς αυτές είναι αδύνατη η λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Όπως το νερό, για να φθάσει από την πηγή στην κατανάλωση, είναι αναγκαίο να κυκλοφορήσει σε αγωγούς, κανάλια και σωλήνες, έτσι ακριβώς και η κρατική δράση, για να εκπληρώσει τους σκοπούς της , είναι απαραίτητο να κινηθεί σε προκατασκευασμένα κανάλια, δηλαδή σε προκαθορισμένες διαδικασίες.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι στην έννοια της γραφειοκρατίας δεν περιλαμβάνεται αδιάκριτα κάθε διαδικασία, αλλά μόνο οι άσκοπες, περιττές, αναχρονιστικές, περίπλοκες, σχοινοτενείς και χρονοβόρες διαδικασίες. Δηλαδή, όλες εκείνες οι διαδικασίες που παραβλάπτουν με οιονδήποτε τρόπο το δημόσιο συμφέρον.
Έτσι, στην έννοια της γραφειοκρατίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα περιττά έγγραφα, αλλά και οι άσκοπες ενέργειες και τα ακατάλληλα μέσα, με τα οποία πραγματώνεται ο σκοπός εκάστης διαδικασίας.
Με αυτή, δε, την έννοια θα κάνουμε και την περαιτέρω ανάλυση της γραφειοκρατίας.
3. Στοιχεία της διαδικασίας
Το σύνολο των διατυπώσεων, οι οποίες απαιτούνται για την πραγμάτωση ενός σκοπού ή την επίτευξη ενός αποτελέσματος, καλείται διαδικασία. Δηλαδή, διαδικασία είναι ο οδικός χάρτης που οδηγεί σε έναν προκαθορισμένο σκοπό ή σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Επομένως, κάθε διαδικασία έχει αρχή και τέλος. Η αρχική ενέργεια, η οποία θέτει σε κίνηση την όλη διαδικασία, αποτελεί τον πρώτο κρίκο της αλυσίδας των διατυπώσεων, ενώ το αποτέλεσμα αποτελεί τον ακροτελεύτιο κρίκο αυτής, Τα βήματα μιας διαδικασίας συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο τελολογικό. Η τελολογική σύνδεση των βημάτων υποδηλώνεται με την διαδοχικότητα και την σκοπιμότητά τους. Έτσι, το ένα βήμα ακολουθεί το άλλο κι όλα μαζί οδηγούν στο επιθυμητό τέρμα της διαδικασίας. Κάθε ενδιάμεσο βήμα οριοθετείται από το προηγούμενο και το επόμενο. Κάθε επόμενο βήμα μας φέρνει πιο κοντά στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Το είδος κάθε βήματος καθορίζεται από το αμέσως προηγούμενο βήμα, από τις συνθήκες στις οποίες εκτυλίσσεται η διαδικασία και από τον τελικό σκοπό της. Ο τελικός σκοπός αποτελεί την πυξίδα που δείχνει την κατεύθυνση προσανατολισμού του κάθε βήματος της διαδικασίας.
Ο γραφειοκρατικός χαρακτήρας μιας διαδικασίας καθορίζεται κυρίως από τους εξής παράγοντες:
α) Από τον τελικό σκοπό της.
β) Από τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή εκτυλίσσεται.
γ) Από τη μορφή της.
δ) Από τη διάρκειά της.
ε) Από το κόστος εφαρμογής της.
ς) Από την ελαστικότητα και προσαρμοστικότητά της .
ζ) Από την αποτελεσματικότητά της.
Οι ανωτέρω παράγοντες αναλύονται στις επόμενες παραγράφους:
4. Σκοπός της διαδικασίας
Κάθε διαδικασία θεσπίζεται για ορισμένο σκοπό. Ο σκοπός προϋπάρχει της διαδικασίας και αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της. Η άσκοπη διαδικασία μοιάζει με κλειδαριά χωρίς κλειδί, με δρόμο χωρίς τέρμα, με ποτάμι χωρίς νερό, με αγκίστρι χωρίς δόλωμα, με επιστολή χωρίς τη διεύθυνση του παραλήπτη, με πλοίο χωρίς λιμάνι προορισμού. Ο σκοπός της διαδικασίας πρέπει να είναι απόλυτα εναρμονισμένος προς το δημόσιο συμφέρον, το οποίο και αποτελεί τη λυδία λίθο της καταλληλότητάς της. Επίσης, η διαδικασία πρέπει να βρίσκεται πάντοτε σε δυναμική συσχέτιση με τον τελικό σκοπό της. Εάν εκλείψει ο σκοπός της, τότε εκλείπει και ο λόγος της ύπαρξής της. Οσάκις τροποποιείται ο σκοπός της, επιβάλλεται η ανάλογη τροποποίηση και της ίδιας, ώστε να συμφωνεί απόλυτα προς το νέο σκοπό της. Όπως ένα σώμα χωρίς ψυχή, δεν είναι παρά ένα πτώμα για ταφή, έτσι και μια διαδικασία ξεκομμένη από τον σκοπό της, δεν είναι παρά μια επιταγή χωρίς αντίκρισμα. Η άσκοπη διαδικασία μοιάζει με παιδί που γεννιέται πεθαμένο, με σκοποβολή χωρίς στόχο, με σπίτι χωρίς ενοίκους, με επιστολή χωρίς παραλήπτη.
Εάν τυχόν στη διαδικασία εμπεριέχονται και διατυπώσεις ξένες προς τον σκοπό της, θα πρέπει αυτές να καταργούνται ή να αντικαθίστανται έγκαιρα, ώστε να μην παρακωλύεται η τελεσφόρησή της.
Όταν μια διαδικασία καθιερώνεται για πρώτη φορά είναι, κατά κανόνα, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του σκοπού της. Με την πάροδο, όμως, του χρόνου εκείνοι που την εφαρμόζουν χάνουν τη θέα του σκοπού της, με αποτέλεσμα αυτή να τηρείται, μόνο και μόνο γιατί εξακολουθεί να ισχύει, και όχι γιατί εκπληρώνει τον αρχικό σκοπό της.
Στην περίπτωση αυτή η διαδικασία, από μέσο πραγμάτωσης ενός σκοπού, μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Δηλαδή, εφαρμόζεται χάριν του εαυτού της, και όχι για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Ισχύει σήμερα, επειδή ίσχυε και χθες, παρότι εξέλιπε πια η γενεσιουργός αιτία της. Τηρείται μόνο και μόνο, για να υπάρχει, κι όχι για να υπηρετεί. Εξαιτίας αυτής της νοοτροπίας, η οποία είναι βαθιά ριζωμένη στο δημοσιοϋπαλληλικό κόσμο, διατηρούνται πολλές περιττές, άσκοπες, πλημμελείς και ατελείς διαδικασίες που τρέφουν το τέρας της γραφειοκρατίας. Επομένως, για να καταπολεμήσουμε τη γραφειοκρατία, πρέπει πρωτίστως να αποκαταστήσουμε τη δυναμική συσχέτιση ανάμεσα στις υφιστάμενες διαδικασίες και τους αρχικούς σκοπούς τους.-
5. Συνθήκες της διαδικασίας
Ο σκοπός μιας διαδικασίας εκπληρώνεται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες,
οι οποίες άλλοτε είναι ευμενείς και άλλοτε δυσμενείς έως και απαγορευτικές.
Υπό τον όρο συνθήκες εννοούμε όχι μόνο τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα, εν μέσω της οποίας εκτυλίσσεται η κοινωνικοοικονομική δραστηριότητα, αλλά και την εκάστοτε υποδομή σε ανθρώπινο δυναμικό, οργάνωση και υλικά μέσα των Δημόσιων Υπηρεσιών. Οι συνθήκες καθορίζουν τη μορφή και την καταλληλότητα εκάστης διαδικασίας, καθώς και τη δυνατότητα επίτευξης του αντίστοιχου σκοπού. Εάν οι συνθήκες είναι απρόσφορες ή αντίξοες, τότε ο σκοπός της διαδικασίας δεν είναι πραγματοποιήσιμος. Καμιά διαδικασία δεν μπορεί να οδηγήσει στην υλοποίηση ενός ανέφικτου στόχου. Όποιος αγνοεί ή παραβλέπει τις συνθήκες, πορεύεται στο άγνωστο, χτίζει στην άμμο ή σχεδιάζει οικοδομή, αγνοώντας τη θέση και τις διαστάσεις του οικοπέδου. Ο μεν σκοπός είναι η πυξίδα που δείχνει την κατεύθυνση, προς την οποία πρέπει να κινηθεί η δραστηριότητα, για την επίτευξη του στόχου, οι δε συνθήκες καθορίζουν το δρόμο, τον οποίο πρέπει αυτή να ακολουθήσει, για να φθάσει στο επιθυμητό τέρμα. Κάθε προσπάθεια που αγνοεί τις συνθήκες είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι συνθήκες εκδικούνται σκληρά εκείνους που τις αγνοούν ή τις περιφρονούν.
Οι συνθήκες υπόκεινται και αυτές στο νόμο της μεταβολής. Υπό την επίδραση ποικίλων παραγόντων μεταβάλλονται συνεχώς. Και αυτή ακριβώς η μεταβολή υποβαθμίζει την καταλληλότητα των διαδικασιών και τις καθιστά δύσχρηστες, αποστεωμένες, αναχρονιστικές, άρα, και γραφειοκρατικές.-
6. Μορφή της διαδικασίας
Μία διαδικασία, για να εκπληρώσει με ακρίβεια τον τεταγμένο σκοπό της, πρέπει
να έχει και την κατάλληλη μορφή. Η μορφή, ή αλλιώς, το είδος της διαδικασίας, εκφράζει το επίπεδο καταλληλότητας αυτής, εν σχέσει προς τον σκοπό της. Η μορφή, δε, καθορίζεται από το περιεχόμενο και τη διάρθρωση της διαδικασίας. Και τα δύο αυτά στοιχεία πρέπει να είναι απόλυτα εναρμονισμένα προς το σκοπό της διαδικασίας. Είναι αυτονόητο ότι η μορφή της διαδικασίας τελεί σε δυναμική συσχέτιση με το σκοπό της. Όταν ο σκοπός της διαδικασίας μετατίθεται ή τροποποιείται, τότε και η μορφή της πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως, για να διατηρείται αμετάβλητο το αρχικό επίπεδο καταλληλότητά της. Αλλιώς, η διαδικασία καταντά άχρηστη και, άρα, γραφειοκρατική.
Ο δεύτερος παράγοντας, με τον οποίο η διαδικασία συσχετίζεται δυναμικά, είναι οι συνθήκες εφαρμογής της. Όταν οι συνθήκες είναι απαγορευτικές, τότε, όποια και να είναι η μορφή της διαδικασίας, ο σκοπός της θα είναι ανέφικτος. Επομένως, ο σκοπός και οι συνθήκες αποτελούν το στημόνι και το υφάδι, με τα οποία υφαίνεται η μορφή της διαδικασίας. Και ο μεν σκοπός υπαγορεύει το ιδανικό επίπεδο καταλληλότητας της μορφής, οι δε συνθήκες την αποτελεσματικότητά της. Όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται, θα πρέπει να τροποποιείται αντίστοιχα και η μορφή της διαδικασίας, ούτως ώστε να διατηρείται σταθερό το αρχικό επίπεδο καταλληλότητάς της σε συνάρτηση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η μορφή που δεν παρακολουθεί τις μεταβολές των συνθηκών μοιάζει με ρούχο ενός μικρού παιδιού που δεν προσαρμόζεται στη σωματική του ανάπτυξη.
7. Διάρκεια της διαδικασίας
Η μεγάλη διάρκεια μιας διαδικασίας επιτείνει το γραφειοκρατικό της χαρακτήρα. Στον αιώνα της πυραυλικής ταχύτητας οι βραδυκίνητες, λιμνάζουσες και χρονοβόρες διαδικασίες αποτελούν οξύτατη παραφωνία. Τέτοιες διαδικασίες επιβραδύνουν τις συναλλαγές μεταξύ Κράτους και πολίτη και τροχοπεδούν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Ενίοτε, οι διατυπώσεις που επιβάλλονται για την κατοχύρωση του δημόσιου συμφέροντος, τελικά το βλάπτουν ανεπανόρθωτα. Αναμφίβολα, οι διαδικασίες συνιστούν την ασπίδα του κοινού συμφέροντος. Όταν, όμως, το βάρος της ασπίδας είναι ασήκωτο, ο φορέας της κάμπεται όχι από τα βέλη ή τα δόρατα του εχθρού, αλλά από το υπερβολικό της βάρος. Έτσι, το δημόσιο συμφέρον κινδυνεύει περισσότερο από της εξεζητημένες και ανορθολογικές διαδικασίες, με τις οποίες αυτό περιφρουρείται, παρά από τους πραγματικούς κινδύνους, στο όνομα των οποίων θεσπίζονται τα αντίστοιχα προστατευτικά μέτρα. Με άλλα λόγια, η υπερπροστασία είναι περισσότερο επικίνδυνη, από την παντελή έλλειψη προστασίας, Τα όπλα είναι άχρηστα και επικίνδυνα, όταν καθίστανται δύσχρηστα. Οι βραδυκίνητες διαδικασίες είναι για το δημόσιο συμφέρον ό,τι το όστρακο για τη χελώνα: την προστατεύει από τα φίδια και τα κουνούπια, αλλ’ όχι και από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες. Όταν το δάσος πάρει φωτιά, οι χελώνες γίνονται τα πρώτα θύματά της, ενώ τα ωκύποδα ελάφια σώζονται με τη γρηγοράδα της. Όσο ταχύτερη κι απλούστερη είναι μια διαδικασία, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αποτελεσματικότητά της.
Οι σχοινοτενείς, περίπλοκες και λαβυρινθώδεις διαδικασίες ευνοούν τη γραφειοκρατία, τη ρουσφετολογία και τη διαφθορά στο Δημόσιο. Διότι οι πολίτες, μη δυνάμενοι να περαιώσουν προσωπικά τέτοιες διαδικασίες, αναγκάζονται να προσφύγουν σε πλάγια μέσα ή σε επαχθή γρηγορόσημα.-
8. Κόστος εφαρμογής της διαδικασίας
Το σπουδαιότερο ποιοτικό στοιχείο μια διαδικασίας είναι το κόστος εφαρμογής της. Βεβαίως, πολλοί δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη, αλλά ένας είναι ο οικονομικότερος. Μεταξύ πολλών εναλλακτικών διαδικασιών που εκπληρώνουν τον ίδιο σκοπό, προτιμητέα είναι εκείνη που παράγει το ίδιο αποτέλεσμα με το χαμηλότερο κόστος.
Ο συνδυασμός αυτός πραγματοποιείται στην τομή της καμπύλης της ποιότητας του αποτελέσματος και της καμπύλης του κόστους της διαδικασίας. Το υψηλό κόστος μιας διαδικασίας είναι απαγορευτικό για την πρόκρισή της, έστω κι αν αυτή παράγει το βέλτιστο αποτέλεσμα. Αλλά και η διαδικασία με το μικρότερο κόστος εφαρμογής είναι απορριπτέα, όταν το παραγόμενο αποτέλεσμά είναι χαμηλής ποιότητας.
Κατά κανόνα, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες είναι και αντιοικονομικές, διότι απορροφούν ανθρώπινο δυναμικό, πόρους και μέσα με γλίσχρα αποτελέσματα.
9. Ελαστικότητα διαδικασίας
Οι συνθήκες, στις οποίες εκτυλίσσεται μια διαδικασία, ασκούν αποφασιστική επίδραση επί των ποιοτικών της στοιχείων. Επομένως, η μορφή της διαδικασίας πρέπει να είναι δυναμική (κι όχι στατική), για να είναι ευπροσάρμοστη στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Όπως το σώμα του φιδιού προσαρμόζεται κατά την κίνησή του στις ανωμαλίες του εδάφους, έτσι και η μορφή της διαδικασίας πρέπει να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Οι ανελαστικές διαδικασίες χάνουν βαθμηδόν την αποτελεσματικότητά τους, και τελικά αποβαίνουν παντελώς άχρηστες.
Συνήθως, οι νεκρές διαδικασίες διατηρούνται σε ισχύ, είτε από συνήθεια, είτε από υστεροβουλία. Η συνήθεια, μολονότι δημιουργεί άνεση και αίσθημα ασφάλειας στον υπάλληλο, εντούτοις είναι συνυφασμένη με την τελμάτωση και την οπισθοδρόμηση. Οι δραστήριοι, φιλοπρόοδοι και δημιουργικοί υπάλληλοι απεχθάνονται τη συνήθεια, γιατί στη μούχλα της αναπτύσσονται οι μύκητες της γραφειοκρατίας.
Ο εκσυγχρονισμός των διαδικασιών, σε συνάρτηση με τις μεταβολές των συνθηκών, αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας.-
10. Αποτελεσματικότητα της διαδικασίας
Η αποτελεσματικότητα μιας διαδικασίας εξαρτάται από τη διάρκειά της και την ποιότητα του παραγόμενου αποτελέσματος. Η ταχύτητα αποτελεί πλεονέκτημα της διαδικασίας, εφόσον δεν αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας του αντίστοιχου αποτελέσματος, και δεν επιφέρει δυσανάλογη αύξηση του κόστους εφαρμογής της. Ωσαύτως, η πολυπλοκότητα και το μάκρος της διαδικασίας επηρεάζουν αρνητικά
την αποτελεσματικότητά της. Στις τεθλασμένες, σχοινοτενείς και μαιανδρώδεις διαδικασίες εμφιλοχωρούν περισσότερα σφάλματα, τα οποία αναπόδραστα αντανακλώνται και στην αποτελεσματικότητά τους. Επομένως, οι ατελέσφορες διαδικασίες είναι εξόχως γραφειοκρατικές.-
11. Τα αίτια της γραφειοκρατίας
Τα κυριότερα αίτια της γραφειοκρατίας είναι τα εξής:
α) Η ευθυνοφοβία των υπαλλήλων.
β) Η συνήθεια της εργασίας.
γ) Η άγνοια των πολιτών.
δ) Η αναξιοκρατία στο Δημόσιο.
ε) Το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης.
12. Η ευθυνοφοβία των υπαλλήλων
Οι ευθυνόφοβοι υπάλληλοι είναι οι καλύτεροι θεράποντες της γραφειοκρατίας.
Η ευθυνοφοβία εκπορεύεται από την έλλειψη αυτοπεποίθησης και την ανεπάρκεια των υπαλλήλων. Οι ευθυνόφοβοι είναι διστακτικοί , άτολμοι, αναποφάσιστοι, λεπτολόγοι και σχολαστικοί. Όταν ενεργούν, λαμβάνουν εξεζητημένες προφυλάξεις, για να αποκλείσουν και την ελάχιστη πιθανότητα σφάλματος ή αποτυχίας. Φορούν το παλτό από τον Αύγουστο, για να μην κρυολογήσουν τον χειμώνα. Το φάσμα των ευθυνών τούς δημιουργεί μόνιμο αίσθημα ανασφάλειας, το οποίο αντισταθμίζεται με την προσφυγή στη γραφειοκρατία. -
Για τον ευθυνόφοβο υπάλληλο η γραφειοκρατία αποτελεί το προστατευτικό τείχος της ευθυνοφοβίας του. Φοβούμενος από τον ίσκιο του, οχυρώνεται πίσω από τα χάρτινα τείχη της γραφειοκρατίας.
Οι ευθυνόφοβοι θεοποιούν τους τύπους και παραβλέπουν την ουσία. Προσκολλώνται στους τύπους, όπως οι αλογόμυγες στην κοιλιά της φοράδας, αδιαφορώντας για την ουσία, την οποία οι τύποι υποκρύπτουν. Εφαρμόζουν με θρησκευτική ευλάβεια τις διατυπώσεις, χωρίς να εξετάζουν την σκοπιμότητά τους. Θεωρούν τους τύπους όχι ως μέσο διασφάλισης του δημόσιου συμφέροντος, αλλά ως δική τους προστατευτική ασπίδα. Ενεργούν όχι με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, αλλά για να προφυλάξουν το τομάρι τους από πραγματικούς ή φανταστικούς κινδύνους. Δεν αναπτύσσουν καμιά πρωτοβουλία. Φοβούνται τις ευθύνες, όπως ο διάβολος το θυμίαμα. Κι όταν
οι ευθύνες είναι αναπόφευκτες, προσπαθούν να τις μετακυλίσουν σε άλλους ή να τις αποσείσουν με κάθε τρόπο. Αλλά κι αυτή τους η προσκόλληση στους τύπους δεν είναι παρά ένας έμμεσος τρόπος μετάθεσης των ευθυνών τους, αφού για την καθιέρωση των τύπων οι ίδιοι δεν έχουν καμιά ευθύνη.
Οι τύποι είναι ορατοί, και η ενδεχόμενη παράβασή τους δημιουργεί ευθύνες. Αντίθετα, η ουσία είναι αθέατη και δυσδιάκριτη, διό και δεν είναι άμεσα αντιληπτή. Η ορθή σύλληψη της ουσίας απαιτεί ιδιαίτερη διανοητική ικανότητα, την οποία ο ευθυνόφοβος στερείται ή αμφιβάλλει ότι διαθέτει. Επομένως, προ του κινδύνου να αστοχήσει στην ορθή σύλληψη της ουσίας, βολεύεται να προσφύγει στους τύπους, με τη βεβαιότητα ότι έτσι θα απομακρύνει το φάσμα των ευθυνών που διαρκώς τον κατατρύχει.
Να λοιπόν, γιατί οι ευθυνόφοβοι υπάλληλοι γίνονται τυπολάτρες, διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλο, τρώνε το τσόφλι του αυγού και πετάνε τον κρόκο και το ασπράδι . Κι όλα αυτά προς δόξα της γραφειοκρατίας!
13. Συνήθεια της εργασίας
Η συνήθεια δημιουργείται από τη συχνή επανάληψη μιας ενέργειας και υποδηλώνεται με ένα σύνολο εξηρτημένων αντανακλαστικών, τα οποία έχουν την έδρα τους στο υποσυνείδητο. Οι συνειδητές ενέργειες πιλοτάρονται από το συνειδητό, ενώ οι αντανακλαστικές κατευθύνονται απευθείας από το υποσυνείδητο, χωρίς τη μεσολάβηση του πρώτου. Ο υπάλληλος αισθάνεται μεγαλύτερη άνεση και ασφάλεια, όταν εκτελεί μηχανικά τα καθήκοντά του. Γι’ αυτό βαθμιαία η συνειδητή συμπεριφορά του μετατρέπεται σε αντανακλαστική. Με τη συνήθεια ο υπάλληλος μετατρέπεται σε αυτόματη μηχανή που παράγει πάντοτε το ίδιο προϊόν, ανεξάρτητα από τη βούληση και τις ανάγκες του κατασκευαστή.
Όταν μια διαδικασία καθιερώνεται για πρώτη φορά, όλα τα βήματά της γίνονται συνειδητά. Δηλαδή, το κάθε βήμα είναι προϊόν σκέψεως, και όλες οι φάσεις της διαδικασίας συναποτελούν ένα συνειδητό κατασκεύασμα κατάλληλο για το σκοπό της. Με την συχνή, όμως, επανάληψη της διαδικασίας τα διαδοχικά της βήματα αποβάλλουν το συνειδητό τους χαρακτήρα και εκτελούνται εντελώς μηχανικά.
Κύριο χαρακτηριστικό της αντανακλαστικής συμπεριφοράς είναι ο αυτοματισμός της. Δηλαδή, επαναλαμβάνεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο και καταλήγει πάντοτε στο ίδιο αποτέλεσμα, χωρίς να επηρεάζεται από τις μεταβολές των συνθηκών ή τις τροποποιήσεις του σκοπού της. Έτσι, η αυτόματη διαδικασία με την πάροδο του χρόνου χάνει την ενεργό επαφή της με τον σκοπό της και μεθίσταται ή ίδια σε αυτοσκοπό. Δεν αποτελεί πλέον μέσο για την εκπλήρωση του αρχικού σκοπού της, αλλά μέσο για την πραγμάτωση του εαυτού της. Δηλαδή, η δύναμη της συνήθειας καταλύει την δυναμική συσχέτιση μεταξύ διαδικασίας, σκοπού και συνθηκών.
Έτσι, ο σκοπός και οι συνθήκες παύουν να αποτελούν το στημόνι και το υφάδι
που υφαίνουν μια αντιγραφειοκρατική διαδικασία.
Η συνήθεια, λοιπόν, ευθύνεται σε μέγιστο βαθμό για την μετατροπή των μέσων σε αυτοσκοπούς. Αυτή, δε, η τελολογική αναστροφή δημιουργεί γραφειοκρατικές διαδικασίες, τις οποίες αρέσκονται να εφαρμόζουν, για λόγους ανέσεως και ασφάλειας, η πλειονότητα των υπαλλήλων. Οι υπάλληλοι συμπεριφέρονται σαν το νερό: όταν βρεθεί σε έτοιμο αυλάκι, το ακολουθεί νομοτελειακά, αδιαφορώντας για το πού θα καταλήξει. Η φύση ακολουθεί πάντοτε τον ευκολότερο δρόμο. Αλλά, μια και οι υπάλληλοι αποτελούν μέρος της φύσης, ακολουθούν κι αυτοί την «πεπατημένη», δηλαδή το δρόμο της ήσσονος προσπάθειας.
Η «πεπατημένη» αποτελεί τη σωτήρια σανίδα για τους ανάξιους και ευθυνόφοβους υπαλλήλους. Γιατί, είναι πιο βολικό γι’ αυτούς να μιμούνται από το να δημιουργούν, να αντιγράφουν από το να γράφουν, να επαναλαμβάνουν από το να καινοτομούν, να πατούν στα χνάρια των άλλων από το να ανοίγουν νέους δρόμους και να παίρνουν από το να δίνουν.
Η συνήθεια είναι η τροφός της γραφειοκρατίας, ο στυλοβάτης του κατεστημένου και ο μεγαλύτερος εχθρός της προόδου. Η συνήθεια, η μίμηση και η αντιγραφή κοιμίζουν το πνεύμα και το καθιστούν ανίκανο για δημιουργικές εμπνεύσεις. Λίγοι είναι
οι σκαπανείς που με τη την προσωπική τους προσπάθεια ανοίγουν καινούργιους δρόμους, για να τους ακολουθήσει το κοπάδι των ανάξιων συναδέλφων τους.-
14. Η άγνοια των πολιτών
Οι περισσότεροι πολίτες δεν γνωρίζουν ούτε τα δικαιώματα ούτε τις υποχρεώσεις τους. Η άγνοια ή παραμέληση των υποχρεώσεων εκ μέρους των πολιτών υποχρεώνει το Κράτος να θεσπίζει γραφειοκρατικές διαδικασίες, για να καταστήσει υποχρεωτική την εκπλήρωσή τους. Τις περισσότερες φορές, τη γραφειοκρατία τη δημιουργεί το ίδιο το Κράτος, με το να αντιμετωπίζει τον οφειλέτη με αδικαιολόγητη καχυποψία. Δηλαδή, το Κράτος θεωρεί, εκ προοιμίου, όλους τους πολίτες ως κακοποιούς, και τους καλεί να αποδείξουν με γραφειοκρατικές διαδικασίες την αθωότητά τους. Έτσι οι νομοταγείς πολίτες ταλαιπωρούνται και βασανίζονται , μόνο και μόνο επειδή ανάμεσά τους υπάρχουν και ελάχιστοι κακοποιοί. Βεβαίως, για να εντοπίσει κάποιος τα ελάχιστα κλούβια αβγά που συνυπάρχουν στο ίδιο καλάθι με πολλά φρέσκα, θα πρέπει, κατ’ ανάγκη, να τα ελέγξει όλα. Αλλά δεν είναι απαραίτητο και να τα σπάσει όλα! Είναι προτιμότερο να παραμείνει ασύλληπτος ένας κλέφτης, παρά να ταλαιπωρηθούν εξαιτίας του χίλιοι αθώοι πολίτες.
Όταν το Κράτος αντιμετωπίζει τους πολίτες με εμπιστοσύνη και σέβεται τα δικαιώματά τους, τότε κι αυτοί εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους αγόγγυστα.
Η άγνοια των πολιτών ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την γραφειοκρατική οδύσσεια, στην οποία αυτοί υποβάλλονται κατά τους συναλλαγές τους με τις Αρχές. Όταν, λόγου χάρη, ένας πολίτης υποβάλει αρμοδίως ελλιπή δικαιολογητικά για την ικανοποίηση ενός νόμιμου αιτήματός του, είναι φυσικό επόμενο να σκαλώσει
η υπόθεσή του στα γρανάζια τους γραφειοκρατίας, μέχρι να συμπληρωθούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Για την άγνοια των πολιτών ευθύνεται πρωτίστως το ίδιο το Κράτος, διότι δεν παρέχει στους πολίτες τη σωστή παιδεία. Ο πολίτης μαθαίνει στα θρανία πράγματα που δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει ποτέ στη ζωή του, και δεν διδάσκεται πράγματα που συναντά σε κάθε βήμα της ζωής του. Επί παραδείγματι, ο πολίτης μαθαίνει τα ψηλότερα βουνά του κόσμου, τα μεγαλύτερα ποτάμια τους γης, τα ονόματα των πλανητών, τους συνήθειες των μυρμηγκιών, την ανατομία του τζίτζικα και τα ονόματα των δώδεκα ολύμπιων θεών, αλλά δεν μαθαίνει τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου, με το οποίο γίνεται ενεργό μέλος τους κοινωνίας. Έτσι, ο πολίτης αποδύεται στον αγώνα της ζωής απροετοίμαστος, ανεκπαίδευτος και άοπλος. Ρίχνεται στη θάλασσα, χωρίς να ξέρει κολύμπι.
Η σημερινή Εκπαίδευση, φορτώνοντας τον πολίτη με άχρηστες γνώσεις, τον οδηγεί με σιγουριά στο βασίλειο της αναξιοκρατίας και στις συμπληγάδες της γραφειοκρατίας. Και οι στείρες γνώσεις είναι χειρότερες από την αμάθεια. Διότι, οι μεν αδαείς πέφτουν από το κρεβάτι τους ακινδύνως, οι δε γνωστικοί πέφτουν από τα σύννεφα και τσακίζονται.-
15. Η αναξιοκρατία στο Δημόσιο
Το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για τη γραφειοκρατία χρεώνεται στην αναξιοκρατία. Η γραφειοκρατία δεν είναι παρά η κοπριά της αναξιοκρατίας.
Οι ανάξιοι υπάλληλοι, για να δικαιολογήσουν τη θέση τους , πολλαπλασιάζουν σκόπιμα τη γραφειοκρατία. Έτσι, πολλές διαδικασίες υπάρχουν ή δημιουργούνται, για να απασχολούνται οι ανάξιοι υπάλληλοι, κι όχι για να εκπληρώνουν κάποιους επωφελείς σκοπούς. Οι ανάξιοι υπάλληλοι δεν αναπροσαρμόζουν τις αναχρονιστικές διαδικασίες στις εκάστοτε διαμορφούμενες νέες συνθήκες, πρώτον γιατί δεν έχουν την ικανότητα προς τούτο, και δεύτερον από φόβο μήπως χάσουν τις καρέκλες τους. Το χαμηλό επίπεδο των ανάξιων υπαλλήλων αντανακλάται στην κακή ποιότητα των εκδιδόμενων εγγράφων, πράγμα το οποίο προκαλεί ακατάσχετη γραφειοκρατία. Αν, για παράδειγμα, ένα έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από μια επιτελική Υπηρεσία και απευθύνεται προς τα υφιστάμενα κλιμάκιά της, δεν είναι εύληπτο, σαφές και πλήρες, προκαλεί ακατάσχετη αλληλογραφία μεταξύ των εμπλεκόμενων Υπηρεσιών, μέχρι να υλοποιηθεί το περιεχόμενό του. Εάν, όμως, το έγγραφο ήταν τέλειο, όλη αυτή η χαρτούρα θα είχε αποφευχθεί. Όταν, μάλιστα, οι ανάξιοι υπάλληλοι κατέχουν νευραλγικές ή επιτελικές θέσεις, γίνονται αστείρευτοι κρουνοί γραφειοκρατίας.
Οι ανάξιοι υπάλληλοι, ακολουθώντας την «πεπατημένη», διαιωνίζουν προς ίδιον όφελος τις αναχρονιστικές διαδικασίες που αποτελούν γραφειοκρατικές εστίες. Κι όποιος διανοηθεί να καταργήσει ή να τροποποιήσει τις ξεπερασμένες διαδικασίες, θα προσκρούσει στη λυσσαλέα αντίδραση των ανάξιων υπαλλήλων, οι οποίοι κάθε καινοτομία ή κάθε αλλαγή του κατεστημένου την εκλαμβάνουν ως απειλή της θέσεώς τους.
Οι ανάξιοι υπάλληλοι θεοποιούν τους τύπους για τους εξής λόγους:
Πρώτον, γιατί έτσι συγκαλύπτουν την ανικανότητά τους, εξαιτίας της οποίας αδυνατούν να συλλάβουν την ουσία των υποθέσεων.
Δεύτερον, γιατί έτσι αποφεύγουν τις ευθύνες, τις οποίες συνεπάγεται η ενδεχόμενη κακή εκτίμηση της ουσίας. Η ορθή σύλληψη της ουσίας προϋποθέτει άριστη επαγγελματική κατάρτιση, επιστημονική θεώρηση της πραγματικότητας και δημιουργική σκέψη, προσόντα τα οποία στερούνται οι ανάξιοι υπάλληλοι.
Τρίτον, γιατί, έτσι, απομακρύνουν τον κίνδυνο να χάσουν τις καρέκλες τους. Αναζητώντας την ουσία, κινδυνεύουν να παρεκκλίνουν από τους τύπους που αποτελούν το σωσίβιό τους.
Τέταρτον, γιατί έτσι αυξάνουν την εξουσία τους έναντι των υφισταμένων τους.
Οι τύποι αποτελούν τη ρομφαία της εξουσίας στα χέρια των ανάξιων υπαλλήλων.
Εν ονόματι των τύπων κατατυραννούν τους υφισταμένους τους και καταδυναστεύουν τους πολίτες, Αντίθετα, οι άξιοι υπάλληλοι πιστεύουν ότι οι τύποι υπάρχουν χάριν της ουσίας, όπως το τσόφλι του αβγού υπάρχει, για να προστατεύει το περιεχόμενό του. Κι όταν οι τύποι έρχονται σε αντίθεση προς την ουσία, τους θυσιάζουν ανενδοίαστα χάριν της τελευταίας. Στο όνομα των τύπων οι ανάξιοι προϊστάμενοι καταπιέζουν, τυραννούν και διώκουν απηνώς τους άξιους υφισταμένους τους. Έτσι, οι τύποι χρησιμοποιούνται ως καρμανιόλα για την καρατόμηση των άξιων υπαλλήλων.
Η τυπομανία ενός ανάξιου υπαλλήλου εκπορεύεται από κάποιο υποσυνείδητο σύμπλεγμα κατωτερότητάς του ή από τον υπολανθάνοντα σαδισμό του. Η τυπομανία δεν έχει καμιά σχέση με το δημόσιο συμφέρον, αν και οι τυπομανείς αρέσκονται να την εμφανίζουν είτε ως υπερβάλλοντα υπηρεσιακό ζήλο είτε ως υπερευσυνειδησία στην άσκηση καθηκόντων τους.
Η τυπομανία ευνοείται τα μέγιστα από την ανελαστικότητα και τις ατέλειες της κείμενης νομοθεσίας. Όταν καταρτίζεται ένα νομοσχέδιο, ο νομοθέτης, κατά κανόνα, καθορίζει λεπτομερειακά και την τηρητέα διαδικασία για την εξασφάλιση της ουσίας. Δηλαδή, η διαδικασία ράβεται στα μέτρα της ουσίας, σύμφωνα με το πνεύμα του νομοθέτη και τις κρατούσες συνθήκες κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου. Με την πάροδο, όμως, του χρόνου, λόγω μεταβολής των συνθηκών, η διαδικασία υποβαθμίζεται ποιοτικά, οπότε οι υπάλληλοι αντιμετωπίζουν το δίλημμα: να παραβλέψουν τους τύπους που επιβάλλονται από το νόμο ή να θυσιάσουν την ουσία που επιβάλλεται εκ των πραγμάτων; Στο δίλημμα αυτό οι άξιοι και οι ανάξιοι υπάλληλοι υιοθετούν αντιδιαμετρικές θέσεις. Οι πρώτοι θυσιάζουν τους τύπους, με το εύλογο επιχείρημα ότι οι τύποι υπάρχουν χάριν της ουσίας, και, άρα, ο επιδιωκόμενος σκοπός εξαγιάζει τα μέσα. Οι δεύτεροι γαντζώνονται στους τύπους και αδιαφορούν για την ουσία, η οποία είναι κρυμμένη στη ομίχλη των μεταβαλλόμενων συνθηκών, και, άρα, δεν δημιουργεί αδιάσειστες ποινικές ή πειθαρχικές ευθύνες για τους ίδιους.
Βλέπουμε ότι ο νομοθέτης αφήνει στην πρωτοβουλία των υπαλλήλων την επιδίωξη της ουσίας και επιβάλλει με αυστηρές διατάξεις την τήρηση των τύπων. Στην αντίθετη περίπτωση, οι υπάλληλοι θα είχαν ευθύνη για την παραμέληση της ουσίας και ελευθερία επιλογής της προσφορότερης διαδικασίας. Με τον τρόπο που θεσπίζονται σήμερα οι νόμοι, ο νομοθέτης γίνεται ακούσιος υπηρέτης της αναξιοκρατίας και τροφός της γραφειοκρατίας.
Η αναξιοκρατία ευθύνεται, επίσης, για την βραδύτητα και την λίμναση των διαδικασιών. Όταν οι υπάλληλοι είναι ανεπαρκείς για τις θέσεις που κατέχουν, είναι φυσικό επόμενο να λιμνάζουν οι εκκρεμείς υποθέσεις. Άλλωστε, οι ασυνείδητοι υπάλληλοι νοιάζονται περισσότερο για τις προσωπικές τους υποθέσεις παρά για τα προβλήματα των άλλων. Έτσι, αφήνουν την εκκρεμή αλληλογραφία να στοιβάζεται, μέχρι να βρεθεί κάποιο ευσυνείδητο κορόιδο να την διεκπεραιώσει. Πολλές φορές η συσσώρευση των εκκρεμών υποθέσεων είναι υποβολιμαία. Όταν ο υπάλληλος κάνει καλά και γρήγορα τη δουλειά του, εκπληρώνει απλώς το καθήκον του, και επομένως, ο πολίτης δεν τού χρωστάει καμιά υποχρέωση. Όταν, όμως, οι υποθέσεις λιμνάζουν και οι ενδιαφερόμενοι επείγονται (και πάντα οι Έλληνες είναι βιαστικοί), είναι πρόθυμοι να καταβάλουν στον αρμόδιο υπάλληλο το ανάλογο γρηγορόσημο , για να επισπεύσει, κατ’ εξαίρεση, την υπόθεσή τους. Έτσι, βγαίνουν και οι δύο ωφελημένοι: Ο μεν πολίτης, διότι έμαθε ένα ασφαλή τρόπο, να τελειώνει γρήγορα τις υποθέσεις του, χωρίς ταλαιπωρία και απώλεια πολύτιμου χρόνου. Ο δε υπάλληλος, διότι για
την ίδια εργασία, εισπράττει πρόσθετη αμοιβή από τον πελάτη του. Εκτός αυτού, ο υπάλληλος υποχρεώνει τον πολίτη, προσφέροντάς του αυτό που συνιστά νόμιμο δικαίωμά του.
Εάν, παρά ταύτα, ο πολίτης δεν είναι διατεθειμένος να λαδώσει τον ολιγωρούντα υπάλληλο, τότε αναγκάζεται να προσφύγει σε πλάγια μέσα, οπότε πέφτει στα δίχτυα της ρουσφετολογίας. Αναζητεί, λοιπόν, κατάλληλο πρόσωπο, το οποίο θα εκλιπαρήσει τον αρμόδιο υπάλληλο να εξυπηρετήσει (έστω και παράτυπα), τον ενδιαφερόμενο πολίτη.
Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος με την εξυπηρέτηση του πολίτη, υποχρεώνει ταυτόχρονα και τον μεσάζοντα, επιφυλασσόμενος να ζητήσει από αυτόν ανάλογο ρουσφέτι για λογαριασμό του.
Επομένως, η γραφειοκρατία είναι όχι μόνο γέννημα θρέμμα της αναξιοκρατίας, αλλά και μέσο καταδυνάστευσης των πολιτών.-
16. Το συγκεντρωτικό σύστημα διοικήσεως
Με τον όρο αυτό εννοούμε την άσκηση της κρατικής εξουσίας από την κεντρική Διοίκηση. Στο συγκεντρωτικό σύστημα όλες οι αρμοδιότητες ασκούνται από ένα μόνο κεντρικό κλιμάκιο, ενώ τα περιφερειακά κλιμάκια έχουν μόνο εκτελεστικό χαρακτήρα. Δεν αποφασίζουν για καμιά υπόθεση, ούτε ενεργούν με δική τους πρωτοβουλία. Όλα τα αιτήματα των πολιτών υποβάλλονται ιεραρχικά στο ανώτερο ιεραρχικό κλιμάκιο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να αποφασίζει. Ο ρόλος των ενδιάμεσων κλιμακίων είναι καθαρά διαβιβαστικός.
Οι αποφάσεις του Κέντρου ανακοινώνονται στους ενδιαφερόμενους πολίτες, μέσω των περιφερειακών κλιμακίων. Έτσι, κάθε αίτημα, από της υποβολής του μέχρι της ικανοποιήσεώς του, διατρέχει δυο φορές την ιεραρχία. Ήτοι μια φορά , όταν αυτό υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο και μια φορά, όταν ανακοινώνεται η σχετική απόφαση της κεντρικής Διοίκησης.
Το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης έχει ως πρότυπο λειτουργίας τον ανθρώπινο οργανισμό. Το κορυφαίο κλιμάκιο αντιστοιχεί στον εγκέφαλο. Τα ενδιάμεσα κλιμάκια αντιστοιχούν στο περιφερειακό νευρικό σύστημα και τα κατώτερα κλιμάκια στα άκρα και στις αισθήσεις. Το συγκεντρωτικό σύστημα είναι εφοδιασμένο με σχοινοτενείς λειτουργικές διαδικασίες, οι οποίες αρχίζουν και καταλήγουν στο ίδιο σημείο, περνώντας πάντοτε από το Κέντρο. Επομένως, η γραφειοκρατία είναι σύμφυτη στο συγκεντρωτικό σύστημα. Χωρίς αυτή, θα ήταν αδύνατη η λειτουργία του συστήματος. Η διόγκωση του κέντρου και η απίσχναση της περιφέρειας, δημιουργούν αναγκαίως ένα υδροκέφαλο σύστημα με άκρως γραφειοκρατική δομή και λειτουργία.
Η γραφειοκρατία πυροδοτείται με την επιμήκυνση των διαδικασιών, τη χρονοτριβή ή λίμναση των υποθέσεων και την τυπομανία των εκτελεστικών οργάνων. Κάθε υπόθεση διατρέχει αναγκαστικά δυο φορές όλη την κλίμακα της ιεραρχίας. Αν π.χ το σύστημα περιλαμβάνει 5 ιεραρχικά κλιμάκια, τότε χρειάζονται 4 έγγραφα, για να φθάσει η υπόθεση στην κορυφή της ιεραρχίας και ισάριθμα, για να επιστρέψει στην περιφέρεια. Δηλαδή απαιτούνται τουλάχιστον 8 έγγραφα για να διεκπεραιωθεί η υπόθεση αυτή. Και για να εκδοθεί το καθένα από αυτά, χρειάζεται ολόκληρη διαδικασία (πρωτόκολλο, αρχείο, σύνταξη, δακτυλογράφηση, υπογραφή και ταχυδρόμηση). Αν, μάλιστα, διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία είναι ελλιπή για τη λήψη απόφασης, τότε, για κάθε συμπληρωματική πληροφορία, χρειάζονται οκτώ επιπλέον έγγραφα. Επίσης, όταν οι διαταγές της κεντρικής Διοίκησης προς τα κατώτερα κλιμάκια είναι ασαφείς ή ελλειπτικές, τότε πυροδοτείται πρόσθετη αλληλογραφία μεταξύ ανώτερων και κατώτερων κλιμακίων προς αποσαφήνιση του περιεχομένου των διαταγών.
Η χρονοτριβή των υποθέσεων είναι άμεση συνέπεια της επιμήκυνσης των διαδικασιών και της εμπλοκής πολλών προσώπων στην ίδια υπόθεση.
Το συγκεντρωτικό σύστημα είναι από τη φύση του χρονοβόρο και εξόχως γραφειοκρατικό.-
Αλλά και το κόστος χειρισμού μιας υπόθεσης στο συγκεντρωτικό σύστημα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο, από ό,τι θα ήταν σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα Διοίκησης.
Οι αποφάσεις, οι οποίες λαμβάνονται από την κεντρική Υπηρεσία υστερούν ποιοτικά για τους εξής λόγους:
Πρώτον, διότι το Κέντρο, μη έχοντας άμεση αντίληψη της πραγματικότητας, αγνοεί τις ειδικές συνθήκες, στις οποίες θα υλοποιηθούν οι λαμβανόμενες αποφάσεις. Έτσι, το Κέντρο ράβει κοστούμια, χωρίς μέτρα και πρόβα. Πέραν αυτού, τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία τεκμηριώνουν τις εκδιδόμενες αποφάσεις, κατά τη διαδρομή τους από την περιφέρεια προς το Κέντρο, τροποποιούνται ή αλλοιώνονται από τα ενδιάμεσα κλιμάκια, πράγμα το οποίο αποβαίνει σε βάρος της αρτιότητας των εκδιδόμενων αντίστοιχων αποφάσεων.
Δεύτερον, διότι κάθε κλιμάκιο επαναλαμβάνει τα λάθη του αμέσως προηγούμενου, προσθέτοντας και τα δικά του. Έτσι, τα λάθη, κατά διαδρομή των υποθέσεων από την περιφέρεια προς το Κέντρο και τανάπαλι, αυξάνουν κατ’ αριθμητική πρόοδο. Και τα λάθη αυτά είναι επόμενο να αντανακλώνται σωρευτικά στις εκδιδόμενες αποφάσεις.
Η μεγαλύτερη χρονοτριβή και λίμναση των υποθέσεων παρατηρείται στην υδροκεφαλή του συστήματος. Εκεί οι υποθέσεις συσσωρεύονται και περιμένουν επί μήνες να κριθούν από τους αρμοδίους, οπότε αρχίζει η οδύσσεια των υπογραφών. Ειρήσθω εν παρόδω ότι σε κάθε υπόθεση εμπλέκονται τα εξής πρόσωπα: ο χειριστής της υπόθεσης, ο προϊστάμενος γραφείου, ο τμηματάρχης, ο διευθυντής, ο γενικός διευθυντής, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου και ο υπουργός. Επομένως, η κάθε υπόθεση χρειάζεται επτά υπογραφές για να τελειώσει. Ο χρόνος που απαιτείται για την κάθε υπογραφή είναι ανάλογος του βαθμού και της θέσεως του υπογράφοντος. Όσο ψηλότερα στην ιεραρχία ίσταται ο υπογράφων, τόσο δυσκολότερα βάζει την υπογραφή του. Την πρώτη υπογραφή βάζει ο συντάκτης του εγγράφου, αν και ενίοτε παραιτείται της υπογραφής του, για να παραμείνει ο αφανής ήρωας της υπόθεσης!
Δεύτερος κατά σειρά υπογράφει ο προϊστάμενος του γραφείου, εφόσον, εννοείται, συμφωνεί με το περιεχόμενο του εγγράφου. Τις περισσότερες, όμως, φορές διαφωνεί, είτε για να επιβεβαιώσει την εξουσία του έναντι του συντάκτη του εγγράφου, είτε γιατί διαπιστώνει κάποιες τυπικές παραλείψεις, είτε γιατί κάποιες λέξεις οι φράσεις δεν ηχούν καλά στα αυτιά του. Έτσι, το έγγραφο επιστρέφεται στον συντάκτη, για να ανασυνταχθεί, σύμφωνα με τις υποδείξεις ή τις ιδιοτροπίες του προϊσταμένου. Την τρίτη υπογραφή βάζει ο τμηματάρχης, αφού προηγουμένως προσθέσει στο έγγραφο τις δικές του πινελιές, για να ικανοποιήσει έτσι το αίσθημα υπεροχής του έναντι των υφισταμένων του. Κατόπιν έρχεται η σειρά του διευθυντή, ο οποίος χρωστάει τη θέση του στον ομοϊδεάτη ή συντοπίτη του υπουργό ή είναι εγκάθετος του κυβερνώντος Κόμματος, και υπό την ιδιότητά του αυτή μόνο παρέργως ασχολείται με τα υπηρεσιακά θέματα. Μετά έρχεται η σειρά του γενικού διευθυντή, ο οποίος είναι διαρκώς απασχολημένος. Έτσι τη Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή διεκπεραιώνει τα ρουσφέτια του υπουργού και τις ιδιωτικές του υποθέσεις. Την Πέμπτη συνεδριάζουν δύο επιτροπές υπό την προεδρία του και το Σαββατοκύριακο αναπαύεται ή διασκεδάζει. Μα τότε πότε υπογράφει; Απλούστατα, όταν δεν έχει τίποτε καλύτερο να κάνει! Μετά το γενικό διευθυντή, το έγγραφο φτάνει στον γενικό γραμματέα. Ο άνθρωπος πνίγεται στη δουλειά. Δεν του μένει χρόνος ούτε για κατούρημα! Τι να πρωτοκάνει; Τα ρουσφέτια του υπουργού του, των άλλων υπουργών, των βουλευτών του Κόμματός του ή τα δικά του; Τέλος, ύστερα από μαραθώνια πορεία ο φάκελος φτάνει στο γραφείο του υπουργού. Αλλά πού να βρεθεί ο υπουργός; Άλλοτε απουσιάζει σε περιοδεία, άλλοτε συμμετέχει στο υπουργικό συμβούλιο, άλλοτε παρίσταται στις συνεδριάσεις της Βουλής, άλλοτε δέχεται επισκέψεις και ακροάσεις πολιτών, υπαλλήλων και βουλευτών , άλλοτε καλεί σε σύσκεψη τους γενικούς διευθυντές και άλλοτε διαβάζει τον τύπο. Με τόσες ασχολίες πού να βρει το χρόνο και το κουράγιο να υπογράψει τους φακέλους που στοιβάζονται στο γραφείο του;
Βέβαια, αν τα έγγραφα αφορούν κομματικά στελέχη ή συντοπίτες του υπουργού ή πρόσωπα με ισχυρούς προστάτες, τότε ο γύρος των υπογραφών ολοκληρώνεται, ως δια μαγείας, αυθωρεί και παραχρήμα.
Το συγκεντρωτικό σύστημα ευνοεί ιδιαίτερα την ανάπτυξη της ρουσφετολογίας που αποτελεί την τροφό της αναξιοκρατίας. Αντί να πάει το Κράτος στον πολίτη, πηγαίνει ο πολίτης στο Κράτος. Κι όταν το Κράτος πλησιάζει τον πολίτη, τον πλησιάζει ως δυνάστης, κι όχι ως υπηρέτης. Ο πολίτης, για να ικανοποιήσει ένα νόμιμο αίτημά του, αναγκάζεται να κατέβει από το την επαρχία στην Πρωτεύουσα, για να βρει κάποιο μεσάζοντα ή για να λαδώσει τον αρμόδιο υπάλληλο ενώ το αίτημά του θα μπορούσε να ικανοποιηθεί, χωρίς σπατάλη χρόνου και χρήματος, από την αρμόδια Υπηρεσία του τόπου διαμονής του.
17. Πως θα παταχθεί η γραφειοκρατία
Κατά το παρελθόν έγιναν πολλές προσπάθειες για την πάταξη της γραφειοκρατίας, αλλά αυτές είχαν αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Αντί, δηλαδή, να περιορίσουν τη γραφειοκρατία την επέτειναν ακόμα περισσότερο. Όλα τα μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί κατά της γραφειοκρατίας δεν τελεσφόρησαν, είτε διότι αυτά αποτελούσαν ακατάλληλη συνταγή για τη συγκεκριμένη ασθένεια, είτε διότι εκείνοι που επωμίστηκαν την εφαρμογή τους, ήσαν τσιράκια ή γενίτσαροι της γραφειοκρατίας.
Η γραφειοκρατία δεν φοβάται τους γραφειοκράτες, όπως η κοπριά δεν φοβάται τα σκουλήκια, αφού αυτή τα συντηρεί και τα προστατεύει. Οι γραφειοκράτες χρωστούν την ύπαρξή τους στην γραφειοκρατία και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να κόψουν με τα ίδια τους τα χέρια το δέντρο, στο οποίο έχουν χτίσει τη φωλιά τους.
Ας μην τρέφουμε ψευδαισθήσεις, η γραφειοκρατία δεν πατάσσεται με εγκύκλιες διαταγές, με διακηρύξεις και με παραινέσεις. Όπως η φωτιά δεν σβήνει με λάδι, έτσι και η γραφειοκρατία δεν εξαλείφεται με γραφειοκρατικά μέσα. Όταν τα χαρτιά βομβαρδίζονται με χαρτιά, η γραφειοκρατία βγαίνει πάντα ενισχυμένη.
Για να απαλλαγούμε οριστικά από το καρκίνωμα της γραφειοκρατίας, δεν υπάρχει αποτελεσματικότερος τρόπος από το να εξαλείψουμε τις αιτίες της. Για να ξηραθεί το δέντρο της γραφειοκρατίας, θα πρέπει να νεκρώσουμε τις ρίζες του, κι όχι απλώς να μαδήσουμε τα φύλλα του. Η Λερναία Ύδρα της γραφειοκρατίας δεν πεθαίνει με αποκεφαλισμό, αλλά με τον αποκλεισμό της από τις πηγές τροφοδοσίας της.
Για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας προτείνονται ως τα πλέον κατάλληλα τα εξής μέτρα:
α). Η αποκέντρωση της εξουσίας.
β). Η εκχώρηση αρμοδιοτήτων.
γ). Η μηχανογράφηση και η χρήση του διαδικτύου.
δ). Η πάταξη της αναξιοκρατίας.
ε). Η διαπαιδαγώγηση του λαού.
ς). Η τηλεφωνική και η διαδικτυακή εξυπηρέτηση των πολιτών.
ζ). Η αναθεώρηση των διαδικασιών.
Τα προτεινόμενα μέτρα αναλύονται στις επόμενες παραγράφους:
18. Η αποκέντρωση της εξουσίας
Η αποκέντρωση της εξουσίας αποτελεί αναμφισβήτητα το πιο δραστικό μέσο για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας. Και τούτο, διότι:
•Το Κράτος πλησιάζει τον πολίτη ως υπηρέτης, κι όχι ως δυνάστης.
•Ο πολίτης εκπληρώνει της υποχρεώσεις του και ασκεί τα δικαιώματά του, χωρίς ταλαιπωρία και απώλεια πολύτιμου χρόνου.
•Σμικρύνεται το μήκος και συντέμνεται η διάρκεια των διαδικασιών, προς όφελος και του πολίτη και του Δημοσίου.
•Περιορίζεται στο ελάχιστο ο όγκος της αλληλογραφίας μεταξύ Κέντρου και περιφέρειας.
•Λιγοστεύουν σημαντικά τα λάθη, λόγω της μικρής διαδρομής των πληροφοριακών στοιχείων.
•Οι πληροφορίες είναι αυθεντικές και αντανακλούν με ενάργεια την πραγματικότητα.
•Ο λαμβανόμενες αποφάσεις είναι εύστοχες και εκπληρώνουν άριστα το σκοπό τους.
•Ο σκοπός εκάστης διαδικασίας είναι ορατός και ευδιάκριτος και, ως εκ τούτου, διατηρείται η δυναμική συσχέτιση μεταξύ αυτού και της διαδικασίας.
•Εξασφαλίζεται η ελαστικότητα των διαδικασιών, δεδομένου ότι οι μεταβολές των συνθηκών γίνονται αμέσως αντιληπτές από τα αρμόδια όργανα.
•Οι διάφορες υποθέσεις δεν συσσωρεύονται ούτε λιμνάζουν στα ανώτατα κλιμάκια της ιεραρχίας.
•Περιορίζεται η ρουσφετολογία, η οποία αποτελεί την τροφό της αναξιοκρατίας και της διαφθοράς στο Δημόσιο.
•Μειώνεται το κόστος εφαρμογής των διαδικασιών, με αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικότητας των δημόσιων Υπηρεσιών.
Μολονότι η αποκέντρωση παρουσιάζει τα παραπάνω πλεονεκτήματα, εντούτοις αυτή δεν έγινε στο βαθμό και στην έκταση που έπρεπε.
Για να απαλλάξουμε το Δημόσιο από την γάγγραινα της γραφειοκρατίας, είναι αναγκαίο να προχωρήσουμε στην ολοκληρωτική αποκέντρωση των δημόσιων Υπηρεσιών. Θα πρέπει, επίσης, η αποκέντρωση να είναι ουσιαστική και ορθολογική, για να επιφέρει τα παραπάνω αντιγραφειοκρατικά αποτελέσματα. Διότι αλλιώς, αντί της αποκέντρωσης των Υπηρεσιών, θα έχουμε πραγματοποιήσει απλώς την αποκέντρωση της γραφειοκρατίας!
19. Η εκχώρηση αρμοδιοτήτων
Όπως αναφέρθηκε στην παράγραφο 16, για την περάτωση μιας υπόθεσης από το ανώτατο υπηρεσιακό κλιμάκιο, απαιτούνται μέχρι και επτά υπογραφές. Για να μειωθεί ο αριθμός των προσώπων που εμπλέκονται στο χειρισμό μιας υπόθεσης, είναι αναγκαίο να γίνει μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, από τις ανώτερες στις κατώτερες θέσεις εκάστου κλιμακίου. Η μεταβίβαση αυτή πρέπει να συντελεστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε υπόθεση να διεκπεραιώνεται με δύο το πολύ υπογραφές, ήτοι την υπογραφή του χειριστή της υπόθεσης και την υπογραφή του προϊσταμένου του ελεγκτή. Οι πολλές υπογραφές δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, αλλά μόνο τους γραφειοκράτες. Άλλωστε, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει!
20. Η μηχανογράφηση και η χρήση του διαδικτύου
Η μηχανογράφηση των διαδικασιών και η διαδυκτιακή εξυπηρέτηση των πολιτών αποτελούν τα δραστικότερα μέσα καταπολέμησης της γραφειοκρατίας, διότι έτσι:
•Περιορίζεται στο ελάχιστο η διάρκεια των διαδικασιών προς όφελος και των πολιτών και των δημόσιων Υπηρεσιών.
•Επιτυγχάνεται η επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων σε ποικίλους συνδυασμούς και σε χρόνο μηδέν.
•Εξοικονομείται ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελέστερα σε άλλους τομείς του Δημοσίου.
•Μειώνεται το κόστος περαίωσης των διαδικασιών και αυξάνεται η παραγωγικότητα την δημόσιων Υπηρεσιών.
•Αποφεύγεται η ταλαιπωρία και η εκμετάλλευση των πολιτών από τους γραφειοκράτες και τους μεσάζοντες.
•Περιορίζονται στο ελάχιστο τα ανθρώπινα λάθη και αντικειμενικοποιούνται τα κριτήρια των φορέων της εξουσίας.
•Εξασφαλίζεται η αρτιότητα και η αποτελεσματικότητα των λαμβανόμενων αποφάσεων.
Για να επιταχυνθεί η χρήση του διαδικτύου σε όλες τις συναλλαγές μεταξύ
Κράτους και πολιτών, είναι απαραίτητο να αρθούν όλα τα νομικά κωλύματα δια τροποποιήσεως της κείμενης νομοθεσίας, και να δημιουργηθεί στο Δημόσιο η κατάλληλη υποδομή σε μέσα και ειδικευμένο προσωπικό. Μόνο έτσι
η γραφειοκρατία θα αποτελέσει θλιβερό παρελθόν.
21. Πάταξη της αναξιοκρατίας
Με την πάταξη της αναξιοκρατίας, η γραφειοκρατία θα δεχθεί καίριο πλήγμα. Και τούτο, διότι:
•Οι διαδικασίες θα είναι διαρκώς εναρμονισμένες προς τον τεταγμένο σκοπό τους.
•Οι υπάλληλοι θα δίνουν αξία στη θέση τους και δεν θα παίρνουν αξία από αυτή.
•Ο όγκος της αλληλογραφίας μεταξύ των Υπηρεσιών θα περιοριστεί σημαντικά.
•Τα ανώτατα υπηρεσιακά κλιμάκια θα πάψουν να είναι κρουνοί γραφειοκρατίας.
•Θα εκλείψει η ευθυνοφοβία και η τυπομανία των υπαλλήλων που κρύβονται πίσω από τα χάρτινα τείχη της γραφειοκρατίας.
•Οι τύποι θα παραβλέπονται χάριν της ουσίας, κι όχι η ουσία χάριν των τύπων.
•Οι διαδικασίες θα βρίσκονται σε διαρκή δυναμική συσχέτιση προς τον σκοπό τους και τις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
•Οι υπάλληλοι θα γίνουν υπηρέτες του λαού, κι όχι δυνάστες και εκμεταλλευτές του.
•Τα έδαφος θα είναι ακατάλληλο για την ευδοκίμηση της ρουσφετολογίας.
Η ολοσχερής εξάλειψη της αναξιοκρατία αποτελεί δύσκολο εγχείρημα, διότι αυτή είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τον κομματισμό, το νεποτισμό, τον τοπικισμό και τον αριβισμό των δημόσιων οργάνων.
22. Η διαπαιδαγώγηση του λαού
Με τη σωστή διαπαιδαγώγησή του ο πολίτης:
•Θα μάθει της όρους του κοινωνικού συμβολαίου, με τους οποίους καθίσταται ενεργό μέλος της κοινωνίας.
•Θα συνειδητοποιήσει ότι αυτός είναι ο εργοδότης των υπαλλήλων και όχι ο υπηρέτης τους.
•Θα αντιληφθεί ότι δεν είναι υποκείμενο μόνο υποχρεώσεων, αλλά και δικαιωμάτων.
•Θα διδαχθεί πώς θα ασκεί τα δικαιώματά του, χωρίς να γίνεται υποχείριο ή θύμα των δημόσιων οργάνων.
•Θα μάθει να επικοινωνεί αυτοπροσώπως με της δημόσιους φορείς, κι όχι μέσω τρίτων.
•Θα συνειδητοποιήσει ότι το ρουσφέτι και το γρηγορόσημο πολλαπλασιάζουν την γραφειοκρατία προς όφελος των γραφειοκρατών.
Για να καρποφορήσει, όμως, η διαπαιδαγώγηση του λαού, θα πρέπει να γίνεται εξ απαλών ονύχων. Είναι επιτακτική ανάγκη να καθιερωθεί στα σχολεία ειδικό μάθημα με αντικείμενο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη από τη γέννησή του μέχρι τελευτής του βίου του. Η σωστή διαπαιδαγώγηση του λαού δεν παρέχει έδαφος για την ευδοκίμηση της γραφειοκρατίας και της αναξιοκρατίας.
23. Η τηλεφωνική και η διαδικτυακή εξυπηρέτηση των πολιτών
Μεταξύ Κράτους και πολίτη παρεμβάλλεται πάντοτε κάποια φυσική απόσταση, οποία είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο πιο συγκεντρωτικό είναι το σύστημα Διοίκησης. Την απόσταση αυτή είναι αναγκασμένος να διανύει ο πολίτης, κάθε φορά που θέλει να επικοινωνήσει με το Κράτος για κάποια υπόθεσή του. Η αυτοπρόσωπη προσέλευση του πολίτη στην αρμόδια Υπηρεσία συνεπάγεται ταλαιπωρία, δαπάνες και απώλεια παραγωγικού χρόνου γι’ αυτόν. Με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) το Κράτος ήλθε μεν πιο κοντά στους πολίτες, αλλά η γραφειοκρατία δεν περιορίστηκε. Απλώς αποκεντρώθηκε. Για να μηδενιστεί απόσταση που χωρίζει το Κράτος από τον πολίτη, είναι ανάγκη να καθιερωθεί η τηλεφωνική, ταχυδρομική και διαδικτυακή εξυπηρέτηση των πολιτών. Με τον τρόπο αυτό τα αιτήματα των πολιτών θα ικανοποιούνται και οι υποχρεώσεις τους θα εκπληρώνονται, χωρίς οι ίδιοι να μετακινούνται από τον τόπο διαμονής ή εργασίας τους.
Αυτό το είδος εξυπηρέτησης των πολιτών εφαρμόζεται ήδη με μεγάλη επιτυχία σε όλες τις προηγμένες χώρες, ενώ στη χώρα μας βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα. Με τη γενίκευσή της, η γραφειοκρατία θα χάσει το ισχυρότερο οχυρό της.-
24. Η αναθεώρηση των διαδικασιών
Είναι κοινή η διαπίστωση ότι το Δημόσιο είναι φορτωμένο με πολλές άσκοπες, περιττές, αναχρονιστικές, αποστεωμένες και άκαμπτες διαδικασίες, οι οποίες δυσχεραίνουν τη λειτουργία του Κράτους και ταλαιπωρούν τους πολίτες. Για να εντοπίσουμε τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, θα πρέπει να υποβάλουμε σε αναθεώρηση όλες τις ισχύουσες σήμερα διαδικασίες, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιες από αυτές έχουν παρεκκλίνει ή ξεκόψει από τον αρχικό σκοπό τους.
Ο αποτελεσματικότερος τρόπος καταπολέμησης της γραφειοκρατίας είναι, χωρίς άλλο, η αποκατάσταση της δυναμικής συσχέτισης μεταξύ σκοπού, μορφής και ειδικών συνθηκών εκάστης διαδικασίας. Και οι μεν άσκοπες διαδικασίες πρέπει να καταργούνται αμέσως, οι δε ακατάλληλες να εναρμονίζονται απόλυτα προς τον ταγμένο σκοπό τους. Για να εξασφαλιστεί η διαρκής δυναμική συσχέτιση μεταξύ σκοπού και διαδικασίας, θα πρέπει οι σχετικές διατάξεις που την καθορίζουν να έχουν εξαιρετική ελαστικότητα προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης θα πρέπει να περιγράφει με σαφήνεια και πληρότητα το σκοπό της διαδικασίας και με ελαστικότητα τις διατυπώσεις που οδηγούν σ’ αυτόν. Για να έχουν, δε, πάντοτε προ οφθαλμών το σκοπό και τις συνθήκες εκάστης διαδικασίας εκείνοι που είναι εντεταλμένοι να τις εφαρμόζουν, θα πρέπει σε κάθε νόμο, διάταγμα ή απόφαση να τίθεται ως πρώτο άρθρο ο σκοπός της επιβαλλόμενης διαδικασίας, ως δεύτερο άρθρο, οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν κατά τον χρόνο θέσπισή της και ως ακροτελεύτιο άρθρο η προθεσμία, μετά την εκπνοή της οποίας θα είναι υποχρεωτική η αναθεώρηση της διαδικασίας. Κατά την αναθεώρηση, θα ελέγχεται αν εξακολουθεί να διατηρείται η δυναμική συσχέτιση μεταξύ σκοπού, μορφής και ειδικών συνθηκών της διαδικασίας, οπότε θα αποφασίζεται αν πρέπει να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί ανάλογα και η διαδικασία. -
Οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται. Οι κυβερνήσεις ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Οι καταστάσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Οι συνθήκες μεταβάλλονται μέρα με τη μέρα. Αλλά, σε πείσμα όλων αυτών των μεταβολών, η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει και τη ζωή μας δυσκολεύει.
Αυτή παραλαμβάνει τον άνθρωπο σαν άθυρμά της από την κούνια και τον κατατρύχει δια βίου. Και μόνο όταν αυτός βρεθεί στην αγκαλιά της γης, γλιτώνει οριστικά από τα νύχια της γραφειοκρατίας.
Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος γεννιέται γραφειοκρατικά και πεθαίνει γραφειοκρατικά.
Σε κάθε βήμα της ζωής του έρχεται σε επαφή με το χαρτοβασίλειο της γραφειοκρατίας.
Η ανθρώπινη προσωπικότητα συνθλίβεται στα σκουριασμένα γρανάζια της. Η κοινωνική
και οικονομική ζωή μπλέκονται στα αναρίθμητα πλοκάμια της. Η ανθρώπινη ευτυχία ναυαγεί στους σκοπέλους και υφάλους της. Τα όνειρα και οι ελπίδες χάνονται στους ατέλειωτους μαιάνδρους της.
Στις γραμμές που ακολουθούν επιχειρούμε την ανατομία της γραφειοκρατίας, εντοπίζουμε τα αίτιά της και υποδεικνύουμε μέτρα για την τελεσφόρα πάταξή της:
1. Η έννοια της γραφειοκρατίας
Σε μια ευνομούμενη Πολιτεία οι πολίτες είναι φορείς και δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Το Κράτος, ως θεματοφύλακας του κοινού συμφέροντος, καθορίζει τους όρους, τις προϋποθέσεις, τους τρόπους, τα μέσα, τις μεθόδους, τους τύπους, τις διατυπώσεις, με μια λέξη, τις διαδικασίες, οι οποίες καθιστούν εφικτή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων και την άσκηση των δικαιωμάτων εκ μέρους των πολιτών. Παρόμοιες διαδικασίες καθιερώνει, επίσης, το Κράτος για την ικανοποίηση των λειτουργικών του αναγκών και την πραγμάτωση των στόχων του.
Γενικά, οι διαδικασίες αποτελούν το προστατευτικό κέλυφος του δημόσιου συμφέροντος. Χωρίς αυτές είναι αδύνατη η λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Όπως το νερό, για να φθάσει από την πηγή στην κατανάλωση, είναι αναγκαίο να κυκλοφορήσει σε αγωγούς, κανάλια και σωλήνες, έτσι ακριβώς και η κρατική δράση, για να εκπληρώσει τους σκοπούς της , είναι απαραίτητο να κινηθεί σε προκατασκευασμένα κανάλια, δηλαδή σε προκαθορισμένες διαδικασίες.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι στην έννοια της γραφειοκρατίας δεν περιλαμβάνεται αδιάκριτα κάθε διαδικασία, αλλά μόνο οι άσκοπες, περιττές, αναχρονιστικές, περίπλοκες, σχοινοτενείς και χρονοβόρες διαδικασίες. Δηλαδή, όλες εκείνες οι διαδικασίες που παραβλάπτουν με οιονδήποτε τρόπο το δημόσιο συμφέρον.
Έτσι, στην έννοια της γραφειοκρατίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα περιττά έγγραφα, αλλά και οι άσκοπες ενέργειες και τα ακατάλληλα μέσα, με τα οποία πραγματώνεται ο σκοπός εκάστης διαδικασίας.
Με αυτή, δε, την έννοια θα κάνουμε και την περαιτέρω ανάλυση της γραφειοκρατίας.
3. Στοιχεία της διαδικασίας
Το σύνολο των διατυπώσεων, οι οποίες απαιτούνται για την πραγμάτωση ενός σκοπού ή την επίτευξη ενός αποτελέσματος, καλείται διαδικασία. Δηλαδή, διαδικασία είναι ο οδικός χάρτης που οδηγεί σε έναν προκαθορισμένο σκοπό ή σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Επομένως, κάθε διαδικασία έχει αρχή και τέλος. Η αρχική ενέργεια, η οποία θέτει σε κίνηση την όλη διαδικασία, αποτελεί τον πρώτο κρίκο της αλυσίδας των διατυπώσεων, ενώ το αποτέλεσμα αποτελεί τον ακροτελεύτιο κρίκο αυτής, Τα βήματα μιας διαδικασίας συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο τελολογικό. Η τελολογική σύνδεση των βημάτων υποδηλώνεται με την διαδοχικότητα και την σκοπιμότητά τους. Έτσι, το ένα βήμα ακολουθεί το άλλο κι όλα μαζί οδηγούν στο επιθυμητό τέρμα της διαδικασίας. Κάθε ενδιάμεσο βήμα οριοθετείται από το προηγούμενο και το επόμενο. Κάθε επόμενο βήμα μας φέρνει πιο κοντά στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Το είδος κάθε βήματος καθορίζεται από το αμέσως προηγούμενο βήμα, από τις συνθήκες στις οποίες εκτυλίσσεται η διαδικασία και από τον τελικό σκοπό της. Ο τελικός σκοπός αποτελεί την πυξίδα που δείχνει την κατεύθυνση προσανατολισμού του κάθε βήματος της διαδικασίας.
Ο γραφειοκρατικός χαρακτήρας μιας διαδικασίας καθορίζεται κυρίως από τους εξής παράγοντες:
α) Από τον τελικό σκοπό της.
β) Από τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή εκτυλίσσεται.
γ) Από τη μορφή της.
δ) Από τη διάρκειά της.
ε) Από το κόστος εφαρμογής της.
ς) Από την ελαστικότητα και προσαρμοστικότητά της .
ζ) Από την αποτελεσματικότητά της.
Οι ανωτέρω παράγοντες αναλύονται στις επόμενες παραγράφους:
4. Σκοπός της διαδικασίας
Κάθε διαδικασία θεσπίζεται για ορισμένο σκοπό. Ο σκοπός προϋπάρχει της διαδικασίας και αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της. Η άσκοπη διαδικασία μοιάζει με κλειδαριά χωρίς κλειδί, με δρόμο χωρίς τέρμα, με ποτάμι χωρίς νερό, με αγκίστρι χωρίς δόλωμα, με επιστολή χωρίς τη διεύθυνση του παραλήπτη, με πλοίο χωρίς λιμάνι προορισμού. Ο σκοπός της διαδικασίας πρέπει να είναι απόλυτα εναρμονισμένος προς το δημόσιο συμφέρον, το οποίο και αποτελεί τη λυδία λίθο της καταλληλότητάς της. Επίσης, η διαδικασία πρέπει να βρίσκεται πάντοτε σε δυναμική συσχέτιση με τον τελικό σκοπό της. Εάν εκλείψει ο σκοπός της, τότε εκλείπει και ο λόγος της ύπαρξής της. Οσάκις τροποποιείται ο σκοπός της, επιβάλλεται η ανάλογη τροποποίηση και της ίδιας, ώστε να συμφωνεί απόλυτα προς το νέο σκοπό της. Όπως ένα σώμα χωρίς ψυχή, δεν είναι παρά ένα πτώμα για ταφή, έτσι και μια διαδικασία ξεκομμένη από τον σκοπό της, δεν είναι παρά μια επιταγή χωρίς αντίκρισμα. Η άσκοπη διαδικασία μοιάζει με παιδί που γεννιέται πεθαμένο, με σκοποβολή χωρίς στόχο, με σπίτι χωρίς ενοίκους, με επιστολή χωρίς παραλήπτη.
Εάν τυχόν στη διαδικασία εμπεριέχονται και διατυπώσεις ξένες προς τον σκοπό της, θα πρέπει αυτές να καταργούνται ή να αντικαθίστανται έγκαιρα, ώστε να μην παρακωλύεται η τελεσφόρησή της.
Όταν μια διαδικασία καθιερώνεται για πρώτη φορά είναι, κατά κανόνα, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του σκοπού της. Με την πάροδο, όμως, του χρόνου εκείνοι που την εφαρμόζουν χάνουν τη θέα του σκοπού της, με αποτέλεσμα αυτή να τηρείται, μόνο και μόνο γιατί εξακολουθεί να ισχύει, και όχι γιατί εκπληρώνει τον αρχικό σκοπό της.
Στην περίπτωση αυτή η διαδικασία, από μέσο πραγμάτωσης ενός σκοπού, μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Δηλαδή, εφαρμόζεται χάριν του εαυτού της, και όχι για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Ισχύει σήμερα, επειδή ίσχυε και χθες, παρότι εξέλιπε πια η γενεσιουργός αιτία της. Τηρείται μόνο και μόνο, για να υπάρχει, κι όχι για να υπηρετεί. Εξαιτίας αυτής της νοοτροπίας, η οποία είναι βαθιά ριζωμένη στο δημοσιοϋπαλληλικό κόσμο, διατηρούνται πολλές περιττές, άσκοπες, πλημμελείς και ατελείς διαδικασίες που τρέφουν το τέρας της γραφειοκρατίας. Επομένως, για να καταπολεμήσουμε τη γραφειοκρατία, πρέπει πρωτίστως να αποκαταστήσουμε τη δυναμική συσχέτιση ανάμεσα στις υφιστάμενες διαδικασίες και τους αρχικούς σκοπούς τους.-
5. Συνθήκες της διαδικασίας
Ο σκοπός μιας διαδικασίας εκπληρώνεται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες,
οι οποίες άλλοτε είναι ευμενείς και άλλοτε δυσμενείς έως και απαγορευτικές.
Υπό τον όρο συνθήκες εννοούμε όχι μόνο τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα, εν μέσω της οποίας εκτυλίσσεται η κοινωνικοοικονομική δραστηριότητα, αλλά και την εκάστοτε υποδομή σε ανθρώπινο δυναμικό, οργάνωση και υλικά μέσα των Δημόσιων Υπηρεσιών. Οι συνθήκες καθορίζουν τη μορφή και την καταλληλότητα εκάστης διαδικασίας, καθώς και τη δυνατότητα επίτευξης του αντίστοιχου σκοπού. Εάν οι συνθήκες είναι απρόσφορες ή αντίξοες, τότε ο σκοπός της διαδικασίας δεν είναι πραγματοποιήσιμος. Καμιά διαδικασία δεν μπορεί να οδηγήσει στην υλοποίηση ενός ανέφικτου στόχου. Όποιος αγνοεί ή παραβλέπει τις συνθήκες, πορεύεται στο άγνωστο, χτίζει στην άμμο ή σχεδιάζει οικοδομή, αγνοώντας τη θέση και τις διαστάσεις του οικοπέδου. Ο μεν σκοπός είναι η πυξίδα που δείχνει την κατεύθυνση, προς την οποία πρέπει να κινηθεί η δραστηριότητα, για την επίτευξη του στόχου, οι δε συνθήκες καθορίζουν το δρόμο, τον οποίο πρέπει αυτή να ακολουθήσει, για να φθάσει στο επιθυμητό τέρμα. Κάθε προσπάθεια που αγνοεί τις συνθήκες είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι συνθήκες εκδικούνται σκληρά εκείνους που τις αγνοούν ή τις περιφρονούν.
Οι συνθήκες υπόκεινται και αυτές στο νόμο της μεταβολής. Υπό την επίδραση ποικίλων παραγόντων μεταβάλλονται συνεχώς. Και αυτή ακριβώς η μεταβολή υποβαθμίζει την καταλληλότητα των διαδικασιών και τις καθιστά δύσχρηστες, αποστεωμένες, αναχρονιστικές, άρα, και γραφειοκρατικές.-
6. Μορφή της διαδικασίας
Μία διαδικασία, για να εκπληρώσει με ακρίβεια τον τεταγμένο σκοπό της, πρέπει
να έχει και την κατάλληλη μορφή. Η μορφή, ή αλλιώς, το είδος της διαδικασίας, εκφράζει το επίπεδο καταλληλότητας αυτής, εν σχέσει προς τον σκοπό της. Η μορφή, δε, καθορίζεται από το περιεχόμενο και τη διάρθρωση της διαδικασίας. Και τα δύο αυτά στοιχεία πρέπει να είναι απόλυτα εναρμονισμένα προς το σκοπό της διαδικασίας. Είναι αυτονόητο ότι η μορφή της διαδικασίας τελεί σε δυναμική συσχέτιση με το σκοπό της. Όταν ο σκοπός της διαδικασίας μετατίθεται ή τροποποιείται, τότε και η μορφή της πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως, για να διατηρείται αμετάβλητο το αρχικό επίπεδο καταλληλότητά της. Αλλιώς, η διαδικασία καταντά άχρηστη και, άρα, γραφειοκρατική.
Ο δεύτερος παράγοντας, με τον οποίο η διαδικασία συσχετίζεται δυναμικά, είναι οι συνθήκες εφαρμογής της. Όταν οι συνθήκες είναι απαγορευτικές, τότε, όποια και να είναι η μορφή της διαδικασίας, ο σκοπός της θα είναι ανέφικτος. Επομένως, ο σκοπός και οι συνθήκες αποτελούν το στημόνι και το υφάδι, με τα οποία υφαίνεται η μορφή της διαδικασίας. Και ο μεν σκοπός υπαγορεύει το ιδανικό επίπεδο καταλληλότητας της μορφής, οι δε συνθήκες την αποτελεσματικότητά της. Όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται, θα πρέπει να τροποποιείται αντίστοιχα και η μορφή της διαδικασίας, ούτως ώστε να διατηρείται σταθερό το αρχικό επίπεδο καταλληλότητάς της σε συνάρτηση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η μορφή που δεν παρακολουθεί τις μεταβολές των συνθηκών μοιάζει με ρούχο ενός μικρού παιδιού που δεν προσαρμόζεται στη σωματική του ανάπτυξη.
7. Διάρκεια της διαδικασίας
Η μεγάλη διάρκεια μιας διαδικασίας επιτείνει το γραφειοκρατικό της χαρακτήρα. Στον αιώνα της πυραυλικής ταχύτητας οι βραδυκίνητες, λιμνάζουσες και χρονοβόρες διαδικασίες αποτελούν οξύτατη παραφωνία. Τέτοιες διαδικασίες επιβραδύνουν τις συναλλαγές μεταξύ Κράτους και πολίτη και τροχοπεδούν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Ενίοτε, οι διατυπώσεις που επιβάλλονται για την κατοχύρωση του δημόσιου συμφέροντος, τελικά το βλάπτουν ανεπανόρθωτα. Αναμφίβολα, οι διαδικασίες συνιστούν την ασπίδα του κοινού συμφέροντος. Όταν, όμως, το βάρος της ασπίδας είναι ασήκωτο, ο φορέας της κάμπεται όχι από τα βέλη ή τα δόρατα του εχθρού, αλλά από το υπερβολικό της βάρος. Έτσι, το δημόσιο συμφέρον κινδυνεύει περισσότερο από της εξεζητημένες και ανορθολογικές διαδικασίες, με τις οποίες αυτό περιφρουρείται, παρά από τους πραγματικούς κινδύνους, στο όνομα των οποίων θεσπίζονται τα αντίστοιχα προστατευτικά μέτρα. Με άλλα λόγια, η υπερπροστασία είναι περισσότερο επικίνδυνη, από την παντελή έλλειψη προστασίας, Τα όπλα είναι άχρηστα και επικίνδυνα, όταν καθίστανται δύσχρηστα. Οι βραδυκίνητες διαδικασίες είναι για το δημόσιο συμφέρον ό,τι το όστρακο για τη χελώνα: την προστατεύει από τα φίδια και τα κουνούπια, αλλ’ όχι και από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες. Όταν το δάσος πάρει φωτιά, οι χελώνες γίνονται τα πρώτα θύματά της, ενώ τα ωκύποδα ελάφια σώζονται με τη γρηγοράδα της. Όσο ταχύτερη κι απλούστερη είναι μια διαδικασία, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αποτελεσματικότητά της.
Οι σχοινοτενείς, περίπλοκες και λαβυρινθώδεις διαδικασίες ευνοούν τη γραφειοκρατία, τη ρουσφετολογία και τη διαφθορά στο Δημόσιο. Διότι οι πολίτες, μη δυνάμενοι να περαιώσουν προσωπικά τέτοιες διαδικασίες, αναγκάζονται να προσφύγουν σε πλάγια μέσα ή σε επαχθή γρηγορόσημα.-
8. Κόστος εφαρμογής της διαδικασίας
Το σπουδαιότερο ποιοτικό στοιχείο μια διαδικασίας είναι το κόστος εφαρμογής της. Βεβαίως, πολλοί δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη, αλλά ένας είναι ο οικονομικότερος. Μεταξύ πολλών εναλλακτικών διαδικασιών που εκπληρώνουν τον ίδιο σκοπό, προτιμητέα είναι εκείνη που παράγει το ίδιο αποτέλεσμα με το χαμηλότερο κόστος.
Ο συνδυασμός αυτός πραγματοποιείται στην τομή της καμπύλης της ποιότητας του αποτελέσματος και της καμπύλης του κόστους της διαδικασίας. Το υψηλό κόστος μιας διαδικασίας είναι απαγορευτικό για την πρόκρισή της, έστω κι αν αυτή παράγει το βέλτιστο αποτέλεσμα. Αλλά και η διαδικασία με το μικρότερο κόστος εφαρμογής είναι απορριπτέα, όταν το παραγόμενο αποτέλεσμά είναι χαμηλής ποιότητας.
Κατά κανόνα, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες είναι και αντιοικονομικές, διότι απορροφούν ανθρώπινο δυναμικό, πόρους και μέσα με γλίσχρα αποτελέσματα.
9. Ελαστικότητα διαδικασίας
Οι συνθήκες, στις οποίες εκτυλίσσεται μια διαδικασία, ασκούν αποφασιστική επίδραση επί των ποιοτικών της στοιχείων. Επομένως, η μορφή της διαδικασίας πρέπει να είναι δυναμική (κι όχι στατική), για να είναι ευπροσάρμοστη στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Όπως το σώμα του φιδιού προσαρμόζεται κατά την κίνησή του στις ανωμαλίες του εδάφους, έτσι και η μορφή της διαδικασίας πρέπει να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Οι ανελαστικές διαδικασίες χάνουν βαθμηδόν την αποτελεσματικότητά τους, και τελικά αποβαίνουν παντελώς άχρηστες.
Συνήθως, οι νεκρές διαδικασίες διατηρούνται σε ισχύ, είτε από συνήθεια, είτε από υστεροβουλία. Η συνήθεια, μολονότι δημιουργεί άνεση και αίσθημα ασφάλειας στον υπάλληλο, εντούτοις είναι συνυφασμένη με την τελμάτωση και την οπισθοδρόμηση. Οι δραστήριοι, φιλοπρόοδοι και δημιουργικοί υπάλληλοι απεχθάνονται τη συνήθεια, γιατί στη μούχλα της αναπτύσσονται οι μύκητες της γραφειοκρατίας.
Ο εκσυγχρονισμός των διαδικασιών, σε συνάρτηση με τις μεταβολές των συνθηκών, αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας.-
10. Αποτελεσματικότητα της διαδικασίας
Η αποτελεσματικότητα μιας διαδικασίας εξαρτάται από τη διάρκειά της και την ποιότητα του παραγόμενου αποτελέσματος. Η ταχύτητα αποτελεί πλεονέκτημα της διαδικασίας, εφόσον δεν αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας του αντίστοιχου αποτελέσματος, και δεν επιφέρει δυσανάλογη αύξηση του κόστους εφαρμογής της. Ωσαύτως, η πολυπλοκότητα και το μάκρος της διαδικασίας επηρεάζουν αρνητικά
την αποτελεσματικότητά της. Στις τεθλασμένες, σχοινοτενείς και μαιανδρώδεις διαδικασίες εμφιλοχωρούν περισσότερα σφάλματα, τα οποία αναπόδραστα αντανακλώνται και στην αποτελεσματικότητά τους. Επομένως, οι ατελέσφορες διαδικασίες είναι εξόχως γραφειοκρατικές.-
11. Τα αίτια της γραφειοκρατίας
Τα κυριότερα αίτια της γραφειοκρατίας είναι τα εξής:
α) Η ευθυνοφοβία των υπαλλήλων.
β) Η συνήθεια της εργασίας.
γ) Η άγνοια των πολιτών.
δ) Η αναξιοκρατία στο Δημόσιο.
ε) Το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης.
12. Η ευθυνοφοβία των υπαλλήλων
Οι ευθυνόφοβοι υπάλληλοι είναι οι καλύτεροι θεράποντες της γραφειοκρατίας.
Η ευθυνοφοβία εκπορεύεται από την έλλειψη αυτοπεποίθησης και την ανεπάρκεια των υπαλλήλων. Οι ευθυνόφοβοι είναι διστακτικοί , άτολμοι, αναποφάσιστοι, λεπτολόγοι και σχολαστικοί. Όταν ενεργούν, λαμβάνουν εξεζητημένες προφυλάξεις, για να αποκλείσουν και την ελάχιστη πιθανότητα σφάλματος ή αποτυχίας. Φορούν το παλτό από τον Αύγουστο, για να μην κρυολογήσουν τον χειμώνα. Το φάσμα των ευθυνών τούς δημιουργεί μόνιμο αίσθημα ανασφάλειας, το οποίο αντισταθμίζεται με την προσφυγή στη γραφειοκρατία. -
Για τον ευθυνόφοβο υπάλληλο η γραφειοκρατία αποτελεί το προστατευτικό τείχος της ευθυνοφοβίας του. Φοβούμενος από τον ίσκιο του, οχυρώνεται πίσω από τα χάρτινα τείχη της γραφειοκρατίας.
Οι ευθυνόφοβοι θεοποιούν τους τύπους και παραβλέπουν την ουσία. Προσκολλώνται στους τύπους, όπως οι αλογόμυγες στην κοιλιά της φοράδας, αδιαφορώντας για την ουσία, την οποία οι τύποι υποκρύπτουν. Εφαρμόζουν με θρησκευτική ευλάβεια τις διατυπώσεις, χωρίς να εξετάζουν την σκοπιμότητά τους. Θεωρούν τους τύπους όχι ως μέσο διασφάλισης του δημόσιου συμφέροντος, αλλά ως δική τους προστατευτική ασπίδα. Ενεργούν όχι με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, αλλά για να προφυλάξουν το τομάρι τους από πραγματικούς ή φανταστικούς κινδύνους. Δεν αναπτύσσουν καμιά πρωτοβουλία. Φοβούνται τις ευθύνες, όπως ο διάβολος το θυμίαμα. Κι όταν
οι ευθύνες είναι αναπόφευκτες, προσπαθούν να τις μετακυλίσουν σε άλλους ή να τις αποσείσουν με κάθε τρόπο. Αλλά κι αυτή τους η προσκόλληση στους τύπους δεν είναι παρά ένας έμμεσος τρόπος μετάθεσης των ευθυνών τους, αφού για την καθιέρωση των τύπων οι ίδιοι δεν έχουν καμιά ευθύνη.
Οι τύποι είναι ορατοί, και η ενδεχόμενη παράβασή τους δημιουργεί ευθύνες. Αντίθετα, η ουσία είναι αθέατη και δυσδιάκριτη, διό και δεν είναι άμεσα αντιληπτή. Η ορθή σύλληψη της ουσίας απαιτεί ιδιαίτερη διανοητική ικανότητα, την οποία ο ευθυνόφοβος στερείται ή αμφιβάλλει ότι διαθέτει. Επομένως, προ του κινδύνου να αστοχήσει στην ορθή σύλληψη της ουσίας, βολεύεται να προσφύγει στους τύπους, με τη βεβαιότητα ότι έτσι θα απομακρύνει το φάσμα των ευθυνών που διαρκώς τον κατατρύχει.
Να λοιπόν, γιατί οι ευθυνόφοβοι υπάλληλοι γίνονται τυπολάτρες, διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλο, τρώνε το τσόφλι του αυγού και πετάνε τον κρόκο και το ασπράδι . Κι όλα αυτά προς δόξα της γραφειοκρατίας!
13. Συνήθεια της εργασίας
Η συνήθεια δημιουργείται από τη συχνή επανάληψη μιας ενέργειας και υποδηλώνεται με ένα σύνολο εξηρτημένων αντανακλαστικών, τα οποία έχουν την έδρα τους στο υποσυνείδητο. Οι συνειδητές ενέργειες πιλοτάρονται από το συνειδητό, ενώ οι αντανακλαστικές κατευθύνονται απευθείας από το υποσυνείδητο, χωρίς τη μεσολάβηση του πρώτου. Ο υπάλληλος αισθάνεται μεγαλύτερη άνεση και ασφάλεια, όταν εκτελεί μηχανικά τα καθήκοντά του. Γι’ αυτό βαθμιαία η συνειδητή συμπεριφορά του μετατρέπεται σε αντανακλαστική. Με τη συνήθεια ο υπάλληλος μετατρέπεται σε αυτόματη μηχανή που παράγει πάντοτε το ίδιο προϊόν, ανεξάρτητα από τη βούληση και τις ανάγκες του κατασκευαστή.
Όταν μια διαδικασία καθιερώνεται για πρώτη φορά, όλα τα βήματά της γίνονται συνειδητά. Δηλαδή, το κάθε βήμα είναι προϊόν σκέψεως, και όλες οι φάσεις της διαδικασίας συναποτελούν ένα συνειδητό κατασκεύασμα κατάλληλο για το σκοπό της. Με την συχνή, όμως, επανάληψη της διαδικασίας τα διαδοχικά της βήματα αποβάλλουν το συνειδητό τους χαρακτήρα και εκτελούνται εντελώς μηχανικά.
Κύριο χαρακτηριστικό της αντανακλαστικής συμπεριφοράς είναι ο αυτοματισμός της. Δηλαδή, επαναλαμβάνεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο και καταλήγει πάντοτε στο ίδιο αποτέλεσμα, χωρίς να επηρεάζεται από τις μεταβολές των συνθηκών ή τις τροποποιήσεις του σκοπού της. Έτσι, η αυτόματη διαδικασία με την πάροδο του χρόνου χάνει την ενεργό επαφή της με τον σκοπό της και μεθίσταται ή ίδια σε αυτοσκοπό. Δεν αποτελεί πλέον μέσο για την εκπλήρωση του αρχικού σκοπού της, αλλά μέσο για την πραγμάτωση του εαυτού της. Δηλαδή, η δύναμη της συνήθειας καταλύει την δυναμική συσχέτιση μεταξύ διαδικασίας, σκοπού και συνθηκών.
Έτσι, ο σκοπός και οι συνθήκες παύουν να αποτελούν το στημόνι και το υφάδι
που υφαίνουν μια αντιγραφειοκρατική διαδικασία.
Η συνήθεια, λοιπόν, ευθύνεται σε μέγιστο βαθμό για την μετατροπή των μέσων σε αυτοσκοπούς. Αυτή, δε, η τελολογική αναστροφή δημιουργεί γραφειοκρατικές διαδικασίες, τις οποίες αρέσκονται να εφαρμόζουν, για λόγους ανέσεως και ασφάλειας, η πλειονότητα των υπαλλήλων. Οι υπάλληλοι συμπεριφέρονται σαν το νερό: όταν βρεθεί σε έτοιμο αυλάκι, το ακολουθεί νομοτελειακά, αδιαφορώντας για το πού θα καταλήξει. Η φύση ακολουθεί πάντοτε τον ευκολότερο δρόμο. Αλλά, μια και οι υπάλληλοι αποτελούν μέρος της φύσης, ακολουθούν κι αυτοί την «πεπατημένη», δηλαδή το δρόμο της ήσσονος προσπάθειας.
Η «πεπατημένη» αποτελεί τη σωτήρια σανίδα για τους ανάξιους και ευθυνόφοβους υπαλλήλους. Γιατί, είναι πιο βολικό γι’ αυτούς να μιμούνται από το να δημιουργούν, να αντιγράφουν από το να γράφουν, να επαναλαμβάνουν από το να καινοτομούν, να πατούν στα χνάρια των άλλων από το να ανοίγουν νέους δρόμους και να παίρνουν από το να δίνουν.
Η συνήθεια είναι η τροφός της γραφειοκρατίας, ο στυλοβάτης του κατεστημένου και ο μεγαλύτερος εχθρός της προόδου. Η συνήθεια, η μίμηση και η αντιγραφή κοιμίζουν το πνεύμα και το καθιστούν ανίκανο για δημιουργικές εμπνεύσεις. Λίγοι είναι
οι σκαπανείς που με τη την προσωπική τους προσπάθεια ανοίγουν καινούργιους δρόμους, για να τους ακολουθήσει το κοπάδι των ανάξιων συναδέλφων τους.-
14. Η άγνοια των πολιτών
Οι περισσότεροι πολίτες δεν γνωρίζουν ούτε τα δικαιώματα ούτε τις υποχρεώσεις τους. Η άγνοια ή παραμέληση των υποχρεώσεων εκ μέρους των πολιτών υποχρεώνει το Κράτος να θεσπίζει γραφειοκρατικές διαδικασίες, για να καταστήσει υποχρεωτική την εκπλήρωσή τους. Τις περισσότερες φορές, τη γραφειοκρατία τη δημιουργεί το ίδιο το Κράτος, με το να αντιμετωπίζει τον οφειλέτη με αδικαιολόγητη καχυποψία. Δηλαδή, το Κράτος θεωρεί, εκ προοιμίου, όλους τους πολίτες ως κακοποιούς, και τους καλεί να αποδείξουν με γραφειοκρατικές διαδικασίες την αθωότητά τους. Έτσι οι νομοταγείς πολίτες ταλαιπωρούνται και βασανίζονται , μόνο και μόνο επειδή ανάμεσά τους υπάρχουν και ελάχιστοι κακοποιοί. Βεβαίως, για να εντοπίσει κάποιος τα ελάχιστα κλούβια αβγά που συνυπάρχουν στο ίδιο καλάθι με πολλά φρέσκα, θα πρέπει, κατ’ ανάγκη, να τα ελέγξει όλα. Αλλά δεν είναι απαραίτητο και να τα σπάσει όλα! Είναι προτιμότερο να παραμείνει ασύλληπτος ένας κλέφτης, παρά να ταλαιπωρηθούν εξαιτίας του χίλιοι αθώοι πολίτες.
Όταν το Κράτος αντιμετωπίζει τους πολίτες με εμπιστοσύνη και σέβεται τα δικαιώματά τους, τότε κι αυτοί εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους αγόγγυστα.
Η άγνοια των πολιτών ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την γραφειοκρατική οδύσσεια, στην οποία αυτοί υποβάλλονται κατά τους συναλλαγές τους με τις Αρχές. Όταν, λόγου χάρη, ένας πολίτης υποβάλει αρμοδίως ελλιπή δικαιολογητικά για την ικανοποίηση ενός νόμιμου αιτήματός του, είναι φυσικό επόμενο να σκαλώσει
η υπόθεσή του στα γρανάζια τους γραφειοκρατίας, μέχρι να συμπληρωθούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Για την άγνοια των πολιτών ευθύνεται πρωτίστως το ίδιο το Κράτος, διότι δεν παρέχει στους πολίτες τη σωστή παιδεία. Ο πολίτης μαθαίνει στα θρανία πράγματα που δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει ποτέ στη ζωή του, και δεν διδάσκεται πράγματα που συναντά σε κάθε βήμα της ζωής του. Επί παραδείγματι, ο πολίτης μαθαίνει τα ψηλότερα βουνά του κόσμου, τα μεγαλύτερα ποτάμια τους γης, τα ονόματα των πλανητών, τους συνήθειες των μυρμηγκιών, την ανατομία του τζίτζικα και τα ονόματα των δώδεκα ολύμπιων θεών, αλλά δεν μαθαίνει τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου, με το οποίο γίνεται ενεργό μέλος τους κοινωνίας. Έτσι, ο πολίτης αποδύεται στον αγώνα της ζωής απροετοίμαστος, ανεκπαίδευτος και άοπλος. Ρίχνεται στη θάλασσα, χωρίς να ξέρει κολύμπι.
Η σημερινή Εκπαίδευση, φορτώνοντας τον πολίτη με άχρηστες γνώσεις, τον οδηγεί με σιγουριά στο βασίλειο της αναξιοκρατίας και στις συμπληγάδες της γραφειοκρατίας. Και οι στείρες γνώσεις είναι χειρότερες από την αμάθεια. Διότι, οι μεν αδαείς πέφτουν από το κρεβάτι τους ακινδύνως, οι δε γνωστικοί πέφτουν από τα σύννεφα και τσακίζονται.-
15. Η αναξιοκρατία στο Δημόσιο
Το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για τη γραφειοκρατία χρεώνεται στην αναξιοκρατία. Η γραφειοκρατία δεν είναι παρά η κοπριά της αναξιοκρατίας.
Οι ανάξιοι υπάλληλοι, για να δικαιολογήσουν τη θέση τους , πολλαπλασιάζουν σκόπιμα τη γραφειοκρατία. Έτσι, πολλές διαδικασίες υπάρχουν ή δημιουργούνται, για να απασχολούνται οι ανάξιοι υπάλληλοι, κι όχι για να εκπληρώνουν κάποιους επωφελείς σκοπούς. Οι ανάξιοι υπάλληλοι δεν αναπροσαρμόζουν τις αναχρονιστικές διαδικασίες στις εκάστοτε διαμορφούμενες νέες συνθήκες, πρώτον γιατί δεν έχουν την ικανότητα προς τούτο, και δεύτερον από φόβο μήπως χάσουν τις καρέκλες τους. Το χαμηλό επίπεδο των ανάξιων υπαλλήλων αντανακλάται στην κακή ποιότητα των εκδιδόμενων εγγράφων, πράγμα το οποίο προκαλεί ακατάσχετη γραφειοκρατία. Αν, για παράδειγμα, ένα έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από μια επιτελική Υπηρεσία και απευθύνεται προς τα υφιστάμενα κλιμάκιά της, δεν είναι εύληπτο, σαφές και πλήρες, προκαλεί ακατάσχετη αλληλογραφία μεταξύ των εμπλεκόμενων Υπηρεσιών, μέχρι να υλοποιηθεί το περιεχόμενό του. Εάν, όμως, το έγγραφο ήταν τέλειο, όλη αυτή η χαρτούρα θα είχε αποφευχθεί. Όταν, μάλιστα, οι ανάξιοι υπάλληλοι κατέχουν νευραλγικές ή επιτελικές θέσεις, γίνονται αστείρευτοι κρουνοί γραφειοκρατίας.
Οι ανάξιοι υπάλληλοι, ακολουθώντας την «πεπατημένη», διαιωνίζουν προς ίδιον όφελος τις αναχρονιστικές διαδικασίες που αποτελούν γραφειοκρατικές εστίες. Κι όποιος διανοηθεί να καταργήσει ή να τροποποιήσει τις ξεπερασμένες διαδικασίες, θα προσκρούσει στη λυσσαλέα αντίδραση των ανάξιων υπαλλήλων, οι οποίοι κάθε καινοτομία ή κάθε αλλαγή του κατεστημένου την εκλαμβάνουν ως απειλή της θέσεώς τους.
Οι ανάξιοι υπάλληλοι θεοποιούν τους τύπους για τους εξής λόγους:
Πρώτον, γιατί έτσι συγκαλύπτουν την ανικανότητά τους, εξαιτίας της οποίας αδυνατούν να συλλάβουν την ουσία των υποθέσεων.
Δεύτερον, γιατί έτσι αποφεύγουν τις ευθύνες, τις οποίες συνεπάγεται η ενδεχόμενη κακή εκτίμηση της ουσίας. Η ορθή σύλληψη της ουσίας προϋποθέτει άριστη επαγγελματική κατάρτιση, επιστημονική θεώρηση της πραγματικότητας και δημιουργική σκέψη, προσόντα τα οποία στερούνται οι ανάξιοι υπάλληλοι.
Τρίτον, γιατί, έτσι, απομακρύνουν τον κίνδυνο να χάσουν τις καρέκλες τους. Αναζητώντας την ουσία, κινδυνεύουν να παρεκκλίνουν από τους τύπους που αποτελούν το σωσίβιό τους.
Τέταρτον, γιατί έτσι αυξάνουν την εξουσία τους έναντι των υφισταμένων τους.
Οι τύποι αποτελούν τη ρομφαία της εξουσίας στα χέρια των ανάξιων υπαλλήλων.
Εν ονόματι των τύπων κατατυραννούν τους υφισταμένους τους και καταδυναστεύουν τους πολίτες, Αντίθετα, οι άξιοι υπάλληλοι πιστεύουν ότι οι τύποι υπάρχουν χάριν της ουσίας, όπως το τσόφλι του αβγού υπάρχει, για να προστατεύει το περιεχόμενό του. Κι όταν οι τύποι έρχονται σε αντίθεση προς την ουσία, τους θυσιάζουν ανενδοίαστα χάριν της τελευταίας. Στο όνομα των τύπων οι ανάξιοι προϊστάμενοι καταπιέζουν, τυραννούν και διώκουν απηνώς τους άξιους υφισταμένους τους. Έτσι, οι τύποι χρησιμοποιούνται ως καρμανιόλα για την καρατόμηση των άξιων υπαλλήλων.
Η τυπομανία ενός ανάξιου υπαλλήλου εκπορεύεται από κάποιο υποσυνείδητο σύμπλεγμα κατωτερότητάς του ή από τον υπολανθάνοντα σαδισμό του. Η τυπομανία δεν έχει καμιά σχέση με το δημόσιο συμφέρον, αν και οι τυπομανείς αρέσκονται να την εμφανίζουν είτε ως υπερβάλλοντα υπηρεσιακό ζήλο είτε ως υπερευσυνειδησία στην άσκηση καθηκόντων τους.
Η τυπομανία ευνοείται τα μέγιστα από την ανελαστικότητα και τις ατέλειες της κείμενης νομοθεσίας. Όταν καταρτίζεται ένα νομοσχέδιο, ο νομοθέτης, κατά κανόνα, καθορίζει λεπτομερειακά και την τηρητέα διαδικασία για την εξασφάλιση της ουσίας. Δηλαδή, η διαδικασία ράβεται στα μέτρα της ουσίας, σύμφωνα με το πνεύμα του νομοθέτη και τις κρατούσες συνθήκες κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου. Με την πάροδο, όμως, του χρόνου, λόγω μεταβολής των συνθηκών, η διαδικασία υποβαθμίζεται ποιοτικά, οπότε οι υπάλληλοι αντιμετωπίζουν το δίλημμα: να παραβλέψουν τους τύπους που επιβάλλονται από το νόμο ή να θυσιάσουν την ουσία που επιβάλλεται εκ των πραγμάτων; Στο δίλημμα αυτό οι άξιοι και οι ανάξιοι υπάλληλοι υιοθετούν αντιδιαμετρικές θέσεις. Οι πρώτοι θυσιάζουν τους τύπους, με το εύλογο επιχείρημα ότι οι τύποι υπάρχουν χάριν της ουσίας, και, άρα, ο επιδιωκόμενος σκοπός εξαγιάζει τα μέσα. Οι δεύτεροι γαντζώνονται στους τύπους και αδιαφορούν για την ουσία, η οποία είναι κρυμμένη στη ομίχλη των μεταβαλλόμενων συνθηκών, και, άρα, δεν δημιουργεί αδιάσειστες ποινικές ή πειθαρχικές ευθύνες για τους ίδιους.
Βλέπουμε ότι ο νομοθέτης αφήνει στην πρωτοβουλία των υπαλλήλων την επιδίωξη της ουσίας και επιβάλλει με αυστηρές διατάξεις την τήρηση των τύπων. Στην αντίθετη περίπτωση, οι υπάλληλοι θα είχαν ευθύνη για την παραμέληση της ουσίας και ελευθερία επιλογής της προσφορότερης διαδικασίας. Με τον τρόπο που θεσπίζονται σήμερα οι νόμοι, ο νομοθέτης γίνεται ακούσιος υπηρέτης της αναξιοκρατίας και τροφός της γραφειοκρατίας.
Η αναξιοκρατία ευθύνεται, επίσης, για την βραδύτητα και την λίμναση των διαδικασιών. Όταν οι υπάλληλοι είναι ανεπαρκείς για τις θέσεις που κατέχουν, είναι φυσικό επόμενο να λιμνάζουν οι εκκρεμείς υποθέσεις. Άλλωστε, οι ασυνείδητοι υπάλληλοι νοιάζονται περισσότερο για τις προσωπικές τους υποθέσεις παρά για τα προβλήματα των άλλων. Έτσι, αφήνουν την εκκρεμή αλληλογραφία να στοιβάζεται, μέχρι να βρεθεί κάποιο ευσυνείδητο κορόιδο να την διεκπεραιώσει. Πολλές φορές η συσσώρευση των εκκρεμών υποθέσεων είναι υποβολιμαία. Όταν ο υπάλληλος κάνει καλά και γρήγορα τη δουλειά του, εκπληρώνει απλώς το καθήκον του, και επομένως, ο πολίτης δεν τού χρωστάει καμιά υποχρέωση. Όταν, όμως, οι υποθέσεις λιμνάζουν και οι ενδιαφερόμενοι επείγονται (και πάντα οι Έλληνες είναι βιαστικοί), είναι πρόθυμοι να καταβάλουν στον αρμόδιο υπάλληλο το ανάλογο γρηγορόσημο , για να επισπεύσει, κατ’ εξαίρεση, την υπόθεσή τους. Έτσι, βγαίνουν και οι δύο ωφελημένοι: Ο μεν πολίτης, διότι έμαθε ένα ασφαλή τρόπο, να τελειώνει γρήγορα τις υποθέσεις του, χωρίς ταλαιπωρία και απώλεια πολύτιμου χρόνου. Ο δε υπάλληλος, διότι για
την ίδια εργασία, εισπράττει πρόσθετη αμοιβή από τον πελάτη του. Εκτός αυτού, ο υπάλληλος υποχρεώνει τον πολίτη, προσφέροντάς του αυτό που συνιστά νόμιμο δικαίωμά του.
Εάν, παρά ταύτα, ο πολίτης δεν είναι διατεθειμένος να λαδώσει τον ολιγωρούντα υπάλληλο, τότε αναγκάζεται να προσφύγει σε πλάγια μέσα, οπότε πέφτει στα δίχτυα της ρουσφετολογίας. Αναζητεί, λοιπόν, κατάλληλο πρόσωπο, το οποίο θα εκλιπαρήσει τον αρμόδιο υπάλληλο να εξυπηρετήσει (έστω και παράτυπα), τον ενδιαφερόμενο πολίτη.
Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος με την εξυπηρέτηση του πολίτη, υποχρεώνει ταυτόχρονα και τον μεσάζοντα, επιφυλασσόμενος να ζητήσει από αυτόν ανάλογο ρουσφέτι για λογαριασμό του.
Επομένως, η γραφειοκρατία είναι όχι μόνο γέννημα θρέμμα της αναξιοκρατίας, αλλά και μέσο καταδυνάστευσης των πολιτών.-
16. Το συγκεντρωτικό σύστημα διοικήσεως
Με τον όρο αυτό εννοούμε την άσκηση της κρατικής εξουσίας από την κεντρική Διοίκηση. Στο συγκεντρωτικό σύστημα όλες οι αρμοδιότητες ασκούνται από ένα μόνο κεντρικό κλιμάκιο, ενώ τα περιφερειακά κλιμάκια έχουν μόνο εκτελεστικό χαρακτήρα. Δεν αποφασίζουν για καμιά υπόθεση, ούτε ενεργούν με δική τους πρωτοβουλία. Όλα τα αιτήματα των πολιτών υποβάλλονται ιεραρχικά στο ανώτερο ιεραρχικό κλιμάκιο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να αποφασίζει. Ο ρόλος των ενδιάμεσων κλιμακίων είναι καθαρά διαβιβαστικός.
Οι αποφάσεις του Κέντρου ανακοινώνονται στους ενδιαφερόμενους πολίτες, μέσω των περιφερειακών κλιμακίων. Έτσι, κάθε αίτημα, από της υποβολής του μέχρι της ικανοποιήσεώς του, διατρέχει δυο φορές την ιεραρχία. Ήτοι μια φορά , όταν αυτό υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο και μια φορά, όταν ανακοινώνεται η σχετική απόφαση της κεντρικής Διοίκησης.
Το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης έχει ως πρότυπο λειτουργίας τον ανθρώπινο οργανισμό. Το κορυφαίο κλιμάκιο αντιστοιχεί στον εγκέφαλο. Τα ενδιάμεσα κλιμάκια αντιστοιχούν στο περιφερειακό νευρικό σύστημα και τα κατώτερα κλιμάκια στα άκρα και στις αισθήσεις. Το συγκεντρωτικό σύστημα είναι εφοδιασμένο με σχοινοτενείς λειτουργικές διαδικασίες, οι οποίες αρχίζουν και καταλήγουν στο ίδιο σημείο, περνώντας πάντοτε από το Κέντρο. Επομένως, η γραφειοκρατία είναι σύμφυτη στο συγκεντρωτικό σύστημα. Χωρίς αυτή, θα ήταν αδύνατη η λειτουργία του συστήματος. Η διόγκωση του κέντρου και η απίσχναση της περιφέρειας, δημιουργούν αναγκαίως ένα υδροκέφαλο σύστημα με άκρως γραφειοκρατική δομή και λειτουργία.
Η γραφειοκρατία πυροδοτείται με την επιμήκυνση των διαδικασιών, τη χρονοτριβή ή λίμναση των υποθέσεων και την τυπομανία των εκτελεστικών οργάνων. Κάθε υπόθεση διατρέχει αναγκαστικά δυο φορές όλη την κλίμακα της ιεραρχίας. Αν π.χ το σύστημα περιλαμβάνει 5 ιεραρχικά κλιμάκια, τότε χρειάζονται 4 έγγραφα, για να φθάσει η υπόθεση στην κορυφή της ιεραρχίας και ισάριθμα, για να επιστρέψει στην περιφέρεια. Δηλαδή απαιτούνται τουλάχιστον 8 έγγραφα για να διεκπεραιωθεί η υπόθεση αυτή. Και για να εκδοθεί το καθένα από αυτά, χρειάζεται ολόκληρη διαδικασία (πρωτόκολλο, αρχείο, σύνταξη, δακτυλογράφηση, υπογραφή και ταχυδρόμηση). Αν, μάλιστα, διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία είναι ελλιπή για τη λήψη απόφασης, τότε, για κάθε συμπληρωματική πληροφορία, χρειάζονται οκτώ επιπλέον έγγραφα. Επίσης, όταν οι διαταγές της κεντρικής Διοίκησης προς τα κατώτερα κλιμάκια είναι ασαφείς ή ελλειπτικές, τότε πυροδοτείται πρόσθετη αλληλογραφία μεταξύ ανώτερων και κατώτερων κλιμακίων προς αποσαφήνιση του περιεχομένου των διαταγών.
Η χρονοτριβή των υποθέσεων είναι άμεση συνέπεια της επιμήκυνσης των διαδικασιών και της εμπλοκής πολλών προσώπων στην ίδια υπόθεση.
Το συγκεντρωτικό σύστημα είναι από τη φύση του χρονοβόρο και εξόχως γραφειοκρατικό.-
Αλλά και το κόστος χειρισμού μιας υπόθεσης στο συγκεντρωτικό σύστημα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο, από ό,τι θα ήταν σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα Διοίκησης.
Οι αποφάσεις, οι οποίες λαμβάνονται από την κεντρική Υπηρεσία υστερούν ποιοτικά για τους εξής λόγους:
Πρώτον, διότι το Κέντρο, μη έχοντας άμεση αντίληψη της πραγματικότητας, αγνοεί τις ειδικές συνθήκες, στις οποίες θα υλοποιηθούν οι λαμβανόμενες αποφάσεις. Έτσι, το Κέντρο ράβει κοστούμια, χωρίς μέτρα και πρόβα. Πέραν αυτού, τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία τεκμηριώνουν τις εκδιδόμενες αποφάσεις, κατά τη διαδρομή τους από την περιφέρεια προς το Κέντρο, τροποποιούνται ή αλλοιώνονται από τα ενδιάμεσα κλιμάκια, πράγμα το οποίο αποβαίνει σε βάρος της αρτιότητας των εκδιδόμενων αντίστοιχων αποφάσεων.
Δεύτερον, διότι κάθε κλιμάκιο επαναλαμβάνει τα λάθη του αμέσως προηγούμενου, προσθέτοντας και τα δικά του. Έτσι, τα λάθη, κατά διαδρομή των υποθέσεων από την περιφέρεια προς το Κέντρο και τανάπαλι, αυξάνουν κατ’ αριθμητική πρόοδο. Και τα λάθη αυτά είναι επόμενο να αντανακλώνται σωρευτικά στις εκδιδόμενες αποφάσεις.
Η μεγαλύτερη χρονοτριβή και λίμναση των υποθέσεων παρατηρείται στην υδροκεφαλή του συστήματος. Εκεί οι υποθέσεις συσσωρεύονται και περιμένουν επί μήνες να κριθούν από τους αρμοδίους, οπότε αρχίζει η οδύσσεια των υπογραφών. Ειρήσθω εν παρόδω ότι σε κάθε υπόθεση εμπλέκονται τα εξής πρόσωπα: ο χειριστής της υπόθεσης, ο προϊστάμενος γραφείου, ο τμηματάρχης, ο διευθυντής, ο γενικός διευθυντής, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου και ο υπουργός. Επομένως, η κάθε υπόθεση χρειάζεται επτά υπογραφές για να τελειώσει. Ο χρόνος που απαιτείται για την κάθε υπογραφή είναι ανάλογος του βαθμού και της θέσεως του υπογράφοντος. Όσο ψηλότερα στην ιεραρχία ίσταται ο υπογράφων, τόσο δυσκολότερα βάζει την υπογραφή του. Την πρώτη υπογραφή βάζει ο συντάκτης του εγγράφου, αν και ενίοτε παραιτείται της υπογραφής του, για να παραμείνει ο αφανής ήρωας της υπόθεσης!
Δεύτερος κατά σειρά υπογράφει ο προϊστάμενος του γραφείου, εφόσον, εννοείται, συμφωνεί με το περιεχόμενο του εγγράφου. Τις περισσότερες, όμως, φορές διαφωνεί, είτε για να επιβεβαιώσει την εξουσία του έναντι του συντάκτη του εγγράφου, είτε γιατί διαπιστώνει κάποιες τυπικές παραλείψεις, είτε γιατί κάποιες λέξεις οι φράσεις δεν ηχούν καλά στα αυτιά του. Έτσι, το έγγραφο επιστρέφεται στον συντάκτη, για να ανασυνταχθεί, σύμφωνα με τις υποδείξεις ή τις ιδιοτροπίες του προϊσταμένου. Την τρίτη υπογραφή βάζει ο τμηματάρχης, αφού προηγουμένως προσθέσει στο έγγραφο τις δικές του πινελιές, για να ικανοποιήσει έτσι το αίσθημα υπεροχής του έναντι των υφισταμένων του. Κατόπιν έρχεται η σειρά του διευθυντή, ο οποίος χρωστάει τη θέση του στον ομοϊδεάτη ή συντοπίτη του υπουργό ή είναι εγκάθετος του κυβερνώντος Κόμματος, και υπό την ιδιότητά του αυτή μόνο παρέργως ασχολείται με τα υπηρεσιακά θέματα. Μετά έρχεται η σειρά του γενικού διευθυντή, ο οποίος είναι διαρκώς απασχολημένος. Έτσι τη Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή διεκπεραιώνει τα ρουσφέτια του υπουργού και τις ιδιωτικές του υποθέσεις. Την Πέμπτη συνεδριάζουν δύο επιτροπές υπό την προεδρία του και το Σαββατοκύριακο αναπαύεται ή διασκεδάζει. Μα τότε πότε υπογράφει; Απλούστατα, όταν δεν έχει τίποτε καλύτερο να κάνει! Μετά το γενικό διευθυντή, το έγγραφο φτάνει στον γενικό γραμματέα. Ο άνθρωπος πνίγεται στη δουλειά. Δεν του μένει χρόνος ούτε για κατούρημα! Τι να πρωτοκάνει; Τα ρουσφέτια του υπουργού του, των άλλων υπουργών, των βουλευτών του Κόμματός του ή τα δικά του; Τέλος, ύστερα από μαραθώνια πορεία ο φάκελος φτάνει στο γραφείο του υπουργού. Αλλά πού να βρεθεί ο υπουργός; Άλλοτε απουσιάζει σε περιοδεία, άλλοτε συμμετέχει στο υπουργικό συμβούλιο, άλλοτε παρίσταται στις συνεδριάσεις της Βουλής, άλλοτε δέχεται επισκέψεις και ακροάσεις πολιτών, υπαλλήλων και βουλευτών , άλλοτε καλεί σε σύσκεψη τους γενικούς διευθυντές και άλλοτε διαβάζει τον τύπο. Με τόσες ασχολίες πού να βρει το χρόνο και το κουράγιο να υπογράψει τους φακέλους που στοιβάζονται στο γραφείο του;
Βέβαια, αν τα έγγραφα αφορούν κομματικά στελέχη ή συντοπίτες του υπουργού ή πρόσωπα με ισχυρούς προστάτες, τότε ο γύρος των υπογραφών ολοκληρώνεται, ως δια μαγείας, αυθωρεί και παραχρήμα.
Το συγκεντρωτικό σύστημα ευνοεί ιδιαίτερα την ανάπτυξη της ρουσφετολογίας που αποτελεί την τροφό της αναξιοκρατίας. Αντί να πάει το Κράτος στον πολίτη, πηγαίνει ο πολίτης στο Κράτος. Κι όταν το Κράτος πλησιάζει τον πολίτη, τον πλησιάζει ως δυνάστης, κι όχι ως υπηρέτης. Ο πολίτης, για να ικανοποιήσει ένα νόμιμο αίτημά του, αναγκάζεται να κατέβει από το την επαρχία στην Πρωτεύουσα, για να βρει κάποιο μεσάζοντα ή για να λαδώσει τον αρμόδιο υπάλληλο ενώ το αίτημά του θα μπορούσε να ικανοποιηθεί, χωρίς σπατάλη χρόνου και χρήματος, από την αρμόδια Υπηρεσία του τόπου διαμονής του.
17. Πως θα παταχθεί η γραφειοκρατία
Κατά το παρελθόν έγιναν πολλές προσπάθειες για την πάταξη της γραφειοκρατίας, αλλά αυτές είχαν αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Αντί, δηλαδή, να περιορίσουν τη γραφειοκρατία την επέτειναν ακόμα περισσότερο. Όλα τα μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί κατά της γραφειοκρατίας δεν τελεσφόρησαν, είτε διότι αυτά αποτελούσαν ακατάλληλη συνταγή για τη συγκεκριμένη ασθένεια, είτε διότι εκείνοι που επωμίστηκαν την εφαρμογή τους, ήσαν τσιράκια ή γενίτσαροι της γραφειοκρατίας.
Η γραφειοκρατία δεν φοβάται τους γραφειοκράτες, όπως η κοπριά δεν φοβάται τα σκουλήκια, αφού αυτή τα συντηρεί και τα προστατεύει. Οι γραφειοκράτες χρωστούν την ύπαρξή τους στην γραφειοκρατία και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να κόψουν με τα ίδια τους τα χέρια το δέντρο, στο οποίο έχουν χτίσει τη φωλιά τους.
Ας μην τρέφουμε ψευδαισθήσεις, η γραφειοκρατία δεν πατάσσεται με εγκύκλιες διαταγές, με διακηρύξεις και με παραινέσεις. Όπως η φωτιά δεν σβήνει με λάδι, έτσι και η γραφειοκρατία δεν εξαλείφεται με γραφειοκρατικά μέσα. Όταν τα χαρτιά βομβαρδίζονται με χαρτιά, η γραφειοκρατία βγαίνει πάντα ενισχυμένη.
Για να απαλλαγούμε οριστικά από το καρκίνωμα της γραφειοκρατίας, δεν υπάρχει αποτελεσματικότερος τρόπος από το να εξαλείψουμε τις αιτίες της. Για να ξηραθεί το δέντρο της γραφειοκρατίας, θα πρέπει να νεκρώσουμε τις ρίζες του, κι όχι απλώς να μαδήσουμε τα φύλλα του. Η Λερναία Ύδρα της γραφειοκρατίας δεν πεθαίνει με αποκεφαλισμό, αλλά με τον αποκλεισμό της από τις πηγές τροφοδοσίας της.
Για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας προτείνονται ως τα πλέον κατάλληλα τα εξής μέτρα:
α). Η αποκέντρωση της εξουσίας.
β). Η εκχώρηση αρμοδιοτήτων.
γ). Η μηχανογράφηση και η χρήση του διαδικτύου.
δ). Η πάταξη της αναξιοκρατίας.
ε). Η διαπαιδαγώγηση του λαού.
ς). Η τηλεφωνική και η διαδικτυακή εξυπηρέτηση των πολιτών.
ζ). Η αναθεώρηση των διαδικασιών.
Τα προτεινόμενα μέτρα αναλύονται στις επόμενες παραγράφους:
18. Η αποκέντρωση της εξουσίας
Η αποκέντρωση της εξουσίας αποτελεί αναμφισβήτητα το πιο δραστικό μέσο για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας. Και τούτο, διότι:
•Το Κράτος πλησιάζει τον πολίτη ως υπηρέτης, κι όχι ως δυνάστης.
•Ο πολίτης εκπληρώνει της υποχρεώσεις του και ασκεί τα δικαιώματά του, χωρίς ταλαιπωρία και απώλεια πολύτιμου χρόνου.
•Σμικρύνεται το μήκος και συντέμνεται η διάρκεια των διαδικασιών, προς όφελος και του πολίτη και του Δημοσίου.
•Περιορίζεται στο ελάχιστο ο όγκος της αλληλογραφίας μεταξύ Κέντρου και περιφέρειας.
•Λιγοστεύουν σημαντικά τα λάθη, λόγω της μικρής διαδρομής των πληροφοριακών στοιχείων.
•Οι πληροφορίες είναι αυθεντικές και αντανακλούν με ενάργεια την πραγματικότητα.
•Ο λαμβανόμενες αποφάσεις είναι εύστοχες και εκπληρώνουν άριστα το σκοπό τους.
•Ο σκοπός εκάστης διαδικασίας είναι ορατός και ευδιάκριτος και, ως εκ τούτου, διατηρείται η δυναμική συσχέτιση μεταξύ αυτού και της διαδικασίας.
•Εξασφαλίζεται η ελαστικότητα των διαδικασιών, δεδομένου ότι οι μεταβολές των συνθηκών γίνονται αμέσως αντιληπτές από τα αρμόδια όργανα.
•Οι διάφορες υποθέσεις δεν συσσωρεύονται ούτε λιμνάζουν στα ανώτατα κλιμάκια της ιεραρχίας.
•Περιορίζεται η ρουσφετολογία, η οποία αποτελεί την τροφό της αναξιοκρατίας και της διαφθοράς στο Δημόσιο.
•Μειώνεται το κόστος εφαρμογής των διαδικασιών, με αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικότητας των δημόσιων Υπηρεσιών.
Μολονότι η αποκέντρωση παρουσιάζει τα παραπάνω πλεονεκτήματα, εντούτοις αυτή δεν έγινε στο βαθμό και στην έκταση που έπρεπε.
Για να απαλλάξουμε το Δημόσιο από την γάγγραινα της γραφειοκρατίας, είναι αναγκαίο να προχωρήσουμε στην ολοκληρωτική αποκέντρωση των δημόσιων Υπηρεσιών. Θα πρέπει, επίσης, η αποκέντρωση να είναι ουσιαστική και ορθολογική, για να επιφέρει τα παραπάνω αντιγραφειοκρατικά αποτελέσματα. Διότι αλλιώς, αντί της αποκέντρωσης των Υπηρεσιών, θα έχουμε πραγματοποιήσει απλώς την αποκέντρωση της γραφειοκρατίας!
19. Η εκχώρηση αρμοδιοτήτων
Όπως αναφέρθηκε στην παράγραφο 16, για την περάτωση μιας υπόθεσης από το ανώτατο υπηρεσιακό κλιμάκιο, απαιτούνται μέχρι και επτά υπογραφές. Για να μειωθεί ο αριθμός των προσώπων που εμπλέκονται στο χειρισμό μιας υπόθεσης, είναι αναγκαίο να γίνει μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, από τις ανώτερες στις κατώτερες θέσεις εκάστου κλιμακίου. Η μεταβίβαση αυτή πρέπει να συντελεστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε υπόθεση να διεκπεραιώνεται με δύο το πολύ υπογραφές, ήτοι την υπογραφή του χειριστή της υπόθεσης και την υπογραφή του προϊσταμένου του ελεγκτή. Οι πολλές υπογραφές δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, αλλά μόνο τους γραφειοκράτες. Άλλωστε, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει!
20. Η μηχανογράφηση και η χρήση του διαδικτύου
Η μηχανογράφηση των διαδικασιών και η διαδυκτιακή εξυπηρέτηση των πολιτών αποτελούν τα δραστικότερα μέσα καταπολέμησης της γραφειοκρατίας, διότι έτσι:
•Περιορίζεται στο ελάχιστο η διάρκεια των διαδικασιών προς όφελος και των πολιτών και των δημόσιων Υπηρεσιών.
•Επιτυγχάνεται η επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων σε ποικίλους συνδυασμούς και σε χρόνο μηδέν.
•Εξοικονομείται ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελέστερα σε άλλους τομείς του Δημοσίου.
•Μειώνεται το κόστος περαίωσης των διαδικασιών και αυξάνεται η παραγωγικότητα την δημόσιων Υπηρεσιών.
•Αποφεύγεται η ταλαιπωρία και η εκμετάλλευση των πολιτών από τους γραφειοκράτες και τους μεσάζοντες.
•Περιορίζονται στο ελάχιστο τα ανθρώπινα λάθη και αντικειμενικοποιούνται τα κριτήρια των φορέων της εξουσίας.
•Εξασφαλίζεται η αρτιότητα και η αποτελεσματικότητα των λαμβανόμενων αποφάσεων.
Για να επιταχυνθεί η χρήση του διαδικτύου σε όλες τις συναλλαγές μεταξύ
Κράτους και πολιτών, είναι απαραίτητο να αρθούν όλα τα νομικά κωλύματα δια τροποποιήσεως της κείμενης νομοθεσίας, και να δημιουργηθεί στο Δημόσιο η κατάλληλη υποδομή σε μέσα και ειδικευμένο προσωπικό. Μόνο έτσι
η γραφειοκρατία θα αποτελέσει θλιβερό παρελθόν.
21. Πάταξη της αναξιοκρατίας
Με την πάταξη της αναξιοκρατίας, η γραφειοκρατία θα δεχθεί καίριο πλήγμα. Και τούτο, διότι:
•Οι διαδικασίες θα είναι διαρκώς εναρμονισμένες προς τον τεταγμένο σκοπό τους.
•Οι υπάλληλοι θα δίνουν αξία στη θέση τους και δεν θα παίρνουν αξία από αυτή.
•Ο όγκος της αλληλογραφίας μεταξύ των Υπηρεσιών θα περιοριστεί σημαντικά.
•Τα ανώτατα υπηρεσιακά κλιμάκια θα πάψουν να είναι κρουνοί γραφειοκρατίας.
•Θα εκλείψει η ευθυνοφοβία και η τυπομανία των υπαλλήλων που κρύβονται πίσω από τα χάρτινα τείχη της γραφειοκρατίας.
•Οι τύποι θα παραβλέπονται χάριν της ουσίας, κι όχι η ουσία χάριν των τύπων.
•Οι διαδικασίες θα βρίσκονται σε διαρκή δυναμική συσχέτιση προς τον σκοπό τους και τις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
•Οι υπάλληλοι θα γίνουν υπηρέτες του λαού, κι όχι δυνάστες και εκμεταλλευτές του.
•Τα έδαφος θα είναι ακατάλληλο για την ευδοκίμηση της ρουσφετολογίας.
Η ολοσχερής εξάλειψη της αναξιοκρατία αποτελεί δύσκολο εγχείρημα, διότι αυτή είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τον κομματισμό, το νεποτισμό, τον τοπικισμό και τον αριβισμό των δημόσιων οργάνων.
22. Η διαπαιδαγώγηση του λαού
Με τη σωστή διαπαιδαγώγησή του ο πολίτης:
•Θα μάθει της όρους του κοινωνικού συμβολαίου, με τους οποίους καθίσταται ενεργό μέλος της κοινωνίας.
•Θα συνειδητοποιήσει ότι αυτός είναι ο εργοδότης των υπαλλήλων και όχι ο υπηρέτης τους.
•Θα αντιληφθεί ότι δεν είναι υποκείμενο μόνο υποχρεώσεων, αλλά και δικαιωμάτων.
•Θα διδαχθεί πώς θα ασκεί τα δικαιώματά του, χωρίς να γίνεται υποχείριο ή θύμα των δημόσιων οργάνων.
•Θα μάθει να επικοινωνεί αυτοπροσώπως με της δημόσιους φορείς, κι όχι μέσω τρίτων.
•Θα συνειδητοποιήσει ότι το ρουσφέτι και το γρηγορόσημο πολλαπλασιάζουν την γραφειοκρατία προς όφελος των γραφειοκρατών.
Για να καρποφορήσει, όμως, η διαπαιδαγώγηση του λαού, θα πρέπει να γίνεται εξ απαλών ονύχων. Είναι επιτακτική ανάγκη να καθιερωθεί στα σχολεία ειδικό μάθημα με αντικείμενο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη από τη γέννησή του μέχρι τελευτής του βίου του. Η σωστή διαπαιδαγώγηση του λαού δεν παρέχει έδαφος για την ευδοκίμηση της γραφειοκρατίας και της αναξιοκρατίας.
23. Η τηλεφωνική και η διαδικτυακή εξυπηρέτηση των πολιτών
Μεταξύ Κράτους και πολίτη παρεμβάλλεται πάντοτε κάποια φυσική απόσταση, οποία είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο πιο συγκεντρωτικό είναι το σύστημα Διοίκησης. Την απόσταση αυτή είναι αναγκασμένος να διανύει ο πολίτης, κάθε φορά που θέλει να επικοινωνήσει με το Κράτος για κάποια υπόθεσή του. Η αυτοπρόσωπη προσέλευση του πολίτη στην αρμόδια Υπηρεσία συνεπάγεται ταλαιπωρία, δαπάνες και απώλεια παραγωγικού χρόνου γι’ αυτόν. Με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) το Κράτος ήλθε μεν πιο κοντά στους πολίτες, αλλά η γραφειοκρατία δεν περιορίστηκε. Απλώς αποκεντρώθηκε. Για να μηδενιστεί απόσταση που χωρίζει το Κράτος από τον πολίτη, είναι ανάγκη να καθιερωθεί η τηλεφωνική, ταχυδρομική και διαδικτυακή εξυπηρέτηση των πολιτών. Με τον τρόπο αυτό τα αιτήματα των πολιτών θα ικανοποιούνται και οι υποχρεώσεις τους θα εκπληρώνονται, χωρίς οι ίδιοι να μετακινούνται από τον τόπο διαμονής ή εργασίας τους.
Αυτό το είδος εξυπηρέτησης των πολιτών εφαρμόζεται ήδη με μεγάλη επιτυχία σε όλες τις προηγμένες χώρες, ενώ στη χώρα μας βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα. Με τη γενίκευσή της, η γραφειοκρατία θα χάσει το ισχυρότερο οχυρό της.-
24. Η αναθεώρηση των διαδικασιών
Είναι κοινή η διαπίστωση ότι το Δημόσιο είναι φορτωμένο με πολλές άσκοπες, περιττές, αναχρονιστικές, αποστεωμένες και άκαμπτες διαδικασίες, οι οποίες δυσχεραίνουν τη λειτουργία του Κράτους και ταλαιπωρούν τους πολίτες. Για να εντοπίσουμε τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, θα πρέπει να υποβάλουμε σε αναθεώρηση όλες τις ισχύουσες σήμερα διαδικασίες, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιες από αυτές έχουν παρεκκλίνει ή ξεκόψει από τον αρχικό σκοπό τους.
Ο αποτελεσματικότερος τρόπος καταπολέμησης της γραφειοκρατίας είναι, χωρίς άλλο, η αποκατάσταση της δυναμικής συσχέτισης μεταξύ σκοπού, μορφής και ειδικών συνθηκών εκάστης διαδικασίας. Και οι μεν άσκοπες διαδικασίες πρέπει να καταργούνται αμέσως, οι δε ακατάλληλες να εναρμονίζονται απόλυτα προς τον ταγμένο σκοπό τους. Για να εξασφαλιστεί η διαρκής δυναμική συσχέτιση μεταξύ σκοπού και διαδικασίας, θα πρέπει οι σχετικές διατάξεις που την καθορίζουν να έχουν εξαιρετική ελαστικότητα προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης θα πρέπει να περιγράφει με σαφήνεια και πληρότητα το σκοπό της διαδικασίας και με ελαστικότητα τις διατυπώσεις που οδηγούν σ’ αυτόν. Για να έχουν, δε, πάντοτε προ οφθαλμών το σκοπό και τις συνθήκες εκάστης διαδικασίας εκείνοι που είναι εντεταλμένοι να τις εφαρμόζουν, θα πρέπει σε κάθε νόμο, διάταγμα ή απόφαση να τίθεται ως πρώτο άρθρο ο σκοπός της επιβαλλόμενης διαδικασίας, ως δεύτερο άρθρο, οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν κατά τον χρόνο θέσπισή της και ως ακροτελεύτιο άρθρο η προθεσμία, μετά την εκπνοή της οποίας θα είναι υποχρεωτική η αναθεώρηση της διαδικασίας. Κατά την αναθεώρηση, θα ελέγχεται αν εξακολουθεί να διατηρείται η δυναμική συσχέτιση μεταξύ σκοπού, μορφής και ειδικών συνθηκών της διαδικασίας, οπότε θα αποφασίζεται αν πρέπει να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί ανάλογα και η διαδικασία. -
Tuesday, April 12, 2011
«ΕΝ ΤΗ ΕΝΩΣΕΙ Η ΙΣΧΥΣ», ΕΛΛΗΝΕΣ Μήνυμα «εις Νέωτα» δηλαδή εις το επερχόμενον Έτος
Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου
Καθηγητού - Φιλολόγου
Ιστορικού - Συγγραφέως
Ενώ οι Έλληνες έχουν καταντήσει, λόγω «τρώει-κας», η οποία τρώει συνεχώς ο,τιδήποτε απέμεινε στον ελληνικό λαό, να τρώνε με την σειρά τους όσα πετάνε στο παζάρι, κάποιοι άλλοι κάνοντας παζάρια για δικό τους λογαριασμό, ασχολούνται με bazaar πωλήσεως ελληνικής γης και ελληνικού πλούτου.
Ζούμε πραγματικά ιστορικές στιγμές, εφ’ όσον διαπιστώνουμε ότι οι πυλώνες πάνω στους οποίους στηριζόταν το έθνος μας σιγά σιγά και μεθοδικά ένας ένας αποκόπτονται. Η ιστορία διαστρεβλώνεται και παραποιείται, η γλώσσα μας καταστρέφεται και αλλοιώνεται, ο πολιτισμός μάς αφήνει αδιάφορους και τόσα άλλα. Και μέσα σε αυτά δεν έχουμε καταλάβει ότι η τακτική των εκάστοτε κοσμοεξουσιαστών είναι το divide et impera (διαίρει και βασίλευε).
Πράγματι, αν δώσουμε λίγη περισσότερη προσοχή, θα διαπιστώσουμε ότι το ελληνικόν έθνος έχει χωρισθεί σε ποικίλες μικροομάδες. Όλοι μαλώνουν μεταξύ τους. Για τα ποδοσφαιρικά για τα πολιτικά για τα εργασιακά, για τα συντεχνιακά κ.λπ. Μαλώνουν οι Ολυμπιακοί με τους Παναθηναϊκούς, οι βόρειοι με τους νότιους, οι δεξιοί με τους αριστερούς, οι δημόσιοι υπάλληλοι με τους ιδιωτικούς... Και η δουλειά πάει λέγοντας.
Όσοι φροντίζουν να κρατούν ζεστή αυτή την διαμάχη γνωρίζουν καλά ότι το αντίθετο του divide et impera (διαίρει και βασίλευε) είναι το «εν τη ενώσει η ισχύς». Και πράγματι... ΟΠΟΤΕ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΜΑΣΤΑΝ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΗΣΑΜΕ.
Οι κοσμοεξουσιαστές είναι γνωστόν ότι απεχθάνονται την έννοια του έθνους για τους λαούς που εξουσιάζουν. Έτσι, εφαρμόζοντας την Θουκυδίδειον γραφήν «και την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλαξαν τη δικαιώσει», η οποία ελευθέρως ερμηνευομένη αποδίδεται «για να δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμη και την σημασία των λέξεων», άλλαξαν κι αυτοί, με την σειρά τους, την σημασία κάποιων λέξεων, όπως «εθνικόφρων», που είναι «ο φρονών εθνικώς» η «εθνικισμός», που, κατά τον πατέρα της Δημοκρατίας Αλέξανδρο Παπαναστασίου, επιδιώκει «την σύμπτωσιν εθνικών και κρατικών ορίων», αντιδιαστέλοντάς τον μάλιστα προς τον ιμπεριαλισμό, ο οποίος «θέλει επέκτασιν των ορίων πέρα από τα εθνικά». Έτσι έδωσαν σε αυτούς τους όρους άλλη σημασία για να βάλουν απέναντι τους εθνικόφρονες πατριώτες.
Ίσως δεν είναι άμοιρη της αλλαγής τού ορισμού του εθνικισμού από την έννοια που προσδιόριζε ο Παπαναστασίου, «της συμπτώσεως, δηλαδή, εθνικών και κρατικών ορίων» και η εγκατάλειψη των ελληνικών πληθυσμών στις λεγόμενες αλύτρωτες περιοχές, όπου κάποιοι, αφού εγκατέλειψαν τους Έλληνες κατοίκους στην μοίρα τους και στα αρπακτικά νύχια των ανθελλήνων πρακτόρων των περιοχών αυτών, υιοθέτησαν ανερυθρίαστα το αντεθνικώτατον «δεν διεκδικούμε τίποτα», ενώ παράλληλα τα ΜΜΕ τους ανεδείκνυαν σε «εθνάρχες» ή «υπερπατριώτες».
Το προοδευτικά «εθνικιστικό», σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», εξαντλήθηκε σε κάποιες «εθνικιστικές» κορώνες, εξελισσόμενες σε ζεϊμπεκιές. Διότι, είναι γεγονός ότι η Ελλάδα δεν ανήκει πλέον στους Έλληνες αλλά στους κάθε είδους αλλοδαπούς λαθρομετανάστες, στην τρόϊκα που μας επέβαλαν και στους διεθνείς τοκογλύφους που εκπροσωπεί, στους πρακτορίσκους των ξένων μυστικών υπηρεσιών, που αλωνίζουν στο έδαφός της, και στα εξαρτημένα φερέφωνά τους, τους «πασίγνωστους γνωστούς», τους οποίους γνωρίζουν αλλά αδιαφορούν και των οποίων οι κοσμοεξουσιαστές άλλαξαν κι αυτών το όνομα, ονομάζοντάς τους πλέον ... «γνωστούς αγνώστους».
Ενώ λοιπόν η Ελλάς ήταν ένα ευνομούμενο κράτος, μετεβλήθη σε ένα αναρχούμενο κράτος. Πραγματικά στο «ΝεοΕλλαδιστάν» του 21ου αιώνος, κυριαρχεί η αναρχία, και μάλιστα η «νόμιμος» τοιαύτη.
Το «ΝΟΜΙΜΟΝ» αποτελεί ιδιότητα του κράτους, εκφραζομένη δια των νόμων και προϋποθέτουσα την πιστή τήρησή τους τόσον από τους πολίτες, όσον και από τους πολιτικούς ταγούς. Όμως η λέξη «ΝΟΜΙΜΟΝ» διαβάζεται το ίδιο και από τις δύο πλευρές, πράγμα που σημαίνει ότι ο καθένας ερμηνεύει τους νόμους όπως θέλει, καθώς και ότι υπάρχουν πάντοτε, μέσα από τις ασάφειες που σκοπίμως αφήνονται κατά την ψήφισή τους, κάποια «παραθυράκια», μέσα από τα οποία καταλαβαίνουμε ότι οι νόμοι δημιουργούνται για να ξεχωρίσουν τους υπουργούς από τους κατ’ όνομα «πολίτες». Και λέω κατ’ όνομα, διότι οι Έλληνες μόνο πολίτες δεν είναι, μιας και ο τίτλος «υπήκοοι», ο οποίος αναγράφεται ευκρινώς στις ταυτότητές τους, τους έχει αναδείξει σε υπάκουα άβουλα πλάσματα μιας σάπιας κοινωνίας και μιας ακόμα πιο σάπιας ηγεσίας.
Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα: Για ένα μικρό χρέος π.χ. προς την Εφορία ένα αδύναμο άτομο καταλήγει πάντοτε στην φυλακή, ενώ για μία μεγάλη κλοπή δημοσίου χρήματος, από έναν πολιτικό η υπουργό, σε ελάχιστα χρόνια υπάρχει παραγραφή. Έτσι είναι, λένε, η κοινωνία... Όπως, όταν εγκλωβισθεί ένα κοπάδι ψαριών μέσα στα δίχτυα, τα μεγάλα ψάρια, οι καρχαρίες τα κόβουν και ξεφεύγουν μαζί με όσα μικρότερα ψάρια βρίσκονται κοντά τους, ενώ τα μικρά ψαράκια αιχμαλωτίζονται πάντοτε... Δύο μέτρα, λοιπόν, και δύο σταθμά.
Οι «μίζες» και το «λάδωμα» για να κινηθεί η (κρατική) μηχανή ανέρχονται, αναλόγως του είδους, σε υπέρογκα, υπερβαίνοντα κάθε φαντασία ποσά. Βεβαίως, και αυτών των «ειδικών» εννοιών η σημασία έχει επίσης αλλάξει, όπως και το όνομα, αποκτώντας νομιμοφανή επίφαση, εφ’ όσον έχει μετονομασθεί σε «νόμιμες προμήθειες». Ποιος, όμως, έδωσε το δικαίωμα να λάβει κάποιος χρηματική προμήθεια «νομίμως» για τον εαυτό του, διαχειριζόμενος χρήματα που δεν του ανήκουν; Εννοώ, ότι αν οι κύριοι αυτοί διεχειρίζοντο δικά τους χρήματα με γεια τους με χαρά τους να πάρουν όση προμήθεια θέλουν. Όταν όμως διαχειρίζονται χρήματα του ελληνικού λαού, τότε τα χρήματα της προμήθειας πρέπει να τα πάρει αντισταθμιστικά ο ελληνικός λαός! Οι υπουργοί έχουν τον μισθό τους, που, δόξα τω Θεώ, κάποιοι φρόντισαν να είναι παχυλός...
Ο απλός κόσμος, βεβαίως, δικαίως διαμαρτύρεται ότι δεν έχει χρήματα για τις βασικές του ανάγκες. Οι πετσοκομμένοι μισθοί όσων ακόμη εργάζονται, με την ακρίβεια, τα δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες, έχουν εξαντληθεί μέσα σε 15 ημέρες... Και μετά, ξανά δανεικά για τις υπόλοιπες δέκα πέντε. Οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας μας δεν αξιοποιούνται υπέρ των πολιτών αλλά αποτελούν αντικείμενο πολιτικής και όχι εθνικής διαπραγματεύσεως με τους κοσμοεξουσιαστές.
Το υπ’ αριθμόν «1» εθνικό πρόβλημα, η υπογεννητικότητα, χλευάζεται και αγνοείται προκλητικά από την πολιτεία, εφ’ όσον δεν επιδοτείται και δεν υποστηρίζεται χρηματικά η νέα ελληνική οικογένεια, ούτως ώστε να μπορέσει να αποκτήσει παιδιά, τα μέλη της δεν βρίσκουν τις περισσότερες φορές δουλειά, ενώ, αντιθέτως, οι παιδικοί σταθμοί στην πλειοψηφία τους διευκολύνουν περισσότερο τις αλλοδαπές λαθρομετανάστριες μητέρες από τις ελληνίδες, δεχόμενες τα παιδιά εκείνων.
Η ανασφάλεια που υπάρχει στον κόσμο είναι φοβερή. Οι κλοπές, οι επιθέσεις, είναι καθημερινό φαινόμενο, παρουσιάζοντας την αλήθεια γυμνή εμπρός στα μάτια των πολιτών, οι οποίοι αισθανόμενοι ανυπεράσπιστοι απειλούν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους. Τι να κάνουν οι λίγοι εναπομείναντες ευσυνείδητοι αστυνομικοί, όταν βλέπουν την πλειοψηφία των συναδέλφων τους να είναι αποσπασμένη σε πολιτικούς, σε μεγαλόσχημους δημοσιογράφους, σε οικονομικούς και εμπορικούς παράγοντες, σε ξένες πρεσβείες κ.λπ.
Έτσι, ενώ όλοι ψάχνουμε για «νομαρχία», όπως αναφέρει η «Ελληνική Νομαρχία» παρά του Ανωνύμου του Έλληνος, ενώ όλοι ψάχνουμε για μία πολιτεία όπου θα άρχει ο νόμος, βρισκόμαστε σε μία συνεχή αναρχία. Και «αναρχίας δε μείζον ουκ έστι κακόν», όπως γράφει και ο μεγάλος μας τραγικός και «ηθοποιός» (=ποιών ήθος) Σοφοκλής στην «Αντιγόνη» στ. 672. Συνεχίζει μάλιστα προφητικά ότι αυτή είναι που καταστρέφει τις πόλεις και κάνει ανάστατους τους οίκους: «αύτη πόλεις όλλυσιν, ήδ’ αναστάτους οίκους τίθησιν, ήδε συμμάχου δορός τροπάς καταρρήγνυσι».
Κρούουμε λοιπόν τον κώδωνα του κινδύνου. Ένα νέο έτος έρχεται. Το πλοίο της Ελλάδος, όμως, το έχει καταλάβει με ανταρσία το κάθε είδους πλήρωμα που υπάρχει σε αυτό! Ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί δεν μπορούν να το ελέγξουν. Και κυρίως δεν μπορούν να βρουν την κατεύθυνση και τον προορισμό, να χαράξουν την πορεία για να σωθούν! Η πυξίδα (του μεγαλείου και της συνέχειας) έχει χαθεί! Παλεύει στα κύματα του ωκεανού ανερμάτιστο!
Πρέπει γρήγορα ο πλοίαρχος με τους αξιωματικούς να ξαναβρούν την πυξίδα! Να καταστείλουν την ανταρσία. Να χαράξουν πορεία και προορισμό! Για να βοηθήσει πάλι ο θεός και να φυσήξει πάλι ο άνεμος της αισιοδοξίας! Γιατί να ξέρουν οι κυβερνήτες πως όταν το πλοίο δεν ξέρει που πάει, κανένας άνεμος δεν είναι ούριος!
Καθηγητού - Φιλολόγου
Ιστορικού - Συγγραφέως
Ενώ οι Έλληνες έχουν καταντήσει, λόγω «τρώει-κας», η οποία τρώει συνεχώς ο,τιδήποτε απέμεινε στον ελληνικό λαό, να τρώνε με την σειρά τους όσα πετάνε στο παζάρι, κάποιοι άλλοι κάνοντας παζάρια για δικό τους λογαριασμό, ασχολούνται με bazaar πωλήσεως ελληνικής γης και ελληνικού πλούτου.
Ζούμε πραγματικά ιστορικές στιγμές, εφ’ όσον διαπιστώνουμε ότι οι πυλώνες πάνω στους οποίους στηριζόταν το έθνος μας σιγά σιγά και μεθοδικά ένας ένας αποκόπτονται. Η ιστορία διαστρεβλώνεται και παραποιείται, η γλώσσα μας καταστρέφεται και αλλοιώνεται, ο πολιτισμός μάς αφήνει αδιάφορους και τόσα άλλα. Και μέσα σε αυτά δεν έχουμε καταλάβει ότι η τακτική των εκάστοτε κοσμοεξουσιαστών είναι το divide et impera (διαίρει και βασίλευε).
Πράγματι, αν δώσουμε λίγη περισσότερη προσοχή, θα διαπιστώσουμε ότι το ελληνικόν έθνος έχει χωρισθεί σε ποικίλες μικροομάδες. Όλοι μαλώνουν μεταξύ τους. Για τα ποδοσφαιρικά για τα πολιτικά για τα εργασιακά, για τα συντεχνιακά κ.λπ. Μαλώνουν οι Ολυμπιακοί με τους Παναθηναϊκούς, οι βόρειοι με τους νότιους, οι δεξιοί με τους αριστερούς, οι δημόσιοι υπάλληλοι με τους ιδιωτικούς... Και η δουλειά πάει λέγοντας.
Όσοι φροντίζουν να κρατούν ζεστή αυτή την διαμάχη γνωρίζουν καλά ότι το αντίθετο του divide et impera (διαίρει και βασίλευε) είναι το «εν τη ενώσει η ισχύς». Και πράγματι... ΟΠΟΤΕ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΜΑΣΤΑΝ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΗΣΑΜΕ.
Οι κοσμοεξουσιαστές είναι γνωστόν ότι απεχθάνονται την έννοια του έθνους για τους λαούς που εξουσιάζουν. Έτσι, εφαρμόζοντας την Θουκυδίδειον γραφήν «και την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλαξαν τη δικαιώσει», η οποία ελευθέρως ερμηνευομένη αποδίδεται «για να δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμη και την σημασία των λέξεων», άλλαξαν κι αυτοί, με την σειρά τους, την σημασία κάποιων λέξεων, όπως «εθνικόφρων», που είναι «ο φρονών εθνικώς» η «εθνικισμός», που, κατά τον πατέρα της Δημοκρατίας Αλέξανδρο Παπαναστασίου, επιδιώκει «την σύμπτωσιν εθνικών και κρατικών ορίων», αντιδιαστέλοντάς τον μάλιστα προς τον ιμπεριαλισμό, ο οποίος «θέλει επέκτασιν των ορίων πέρα από τα εθνικά». Έτσι έδωσαν σε αυτούς τους όρους άλλη σημασία για να βάλουν απέναντι τους εθνικόφρονες πατριώτες.
Ίσως δεν είναι άμοιρη της αλλαγής τού ορισμού του εθνικισμού από την έννοια που προσδιόριζε ο Παπαναστασίου, «της συμπτώσεως, δηλαδή, εθνικών και κρατικών ορίων» και η εγκατάλειψη των ελληνικών πληθυσμών στις λεγόμενες αλύτρωτες περιοχές, όπου κάποιοι, αφού εγκατέλειψαν τους Έλληνες κατοίκους στην μοίρα τους και στα αρπακτικά νύχια των ανθελλήνων πρακτόρων των περιοχών αυτών, υιοθέτησαν ανερυθρίαστα το αντεθνικώτατον «δεν διεκδικούμε τίποτα», ενώ παράλληλα τα ΜΜΕ τους ανεδείκνυαν σε «εθνάρχες» ή «υπερπατριώτες».
Το προοδευτικά «εθνικιστικό», σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», εξαντλήθηκε σε κάποιες «εθνικιστικές» κορώνες, εξελισσόμενες σε ζεϊμπεκιές. Διότι, είναι γεγονός ότι η Ελλάδα δεν ανήκει πλέον στους Έλληνες αλλά στους κάθε είδους αλλοδαπούς λαθρομετανάστες, στην τρόϊκα που μας επέβαλαν και στους διεθνείς τοκογλύφους που εκπροσωπεί, στους πρακτορίσκους των ξένων μυστικών υπηρεσιών, που αλωνίζουν στο έδαφός της, και στα εξαρτημένα φερέφωνά τους, τους «πασίγνωστους γνωστούς», τους οποίους γνωρίζουν αλλά αδιαφορούν και των οποίων οι κοσμοεξουσιαστές άλλαξαν κι αυτών το όνομα, ονομάζοντάς τους πλέον ... «γνωστούς αγνώστους».
Ενώ λοιπόν η Ελλάς ήταν ένα ευνομούμενο κράτος, μετεβλήθη σε ένα αναρχούμενο κράτος. Πραγματικά στο «ΝεοΕλλαδιστάν» του 21ου αιώνος, κυριαρχεί η αναρχία, και μάλιστα η «νόμιμος» τοιαύτη.
Το «ΝΟΜΙΜΟΝ» αποτελεί ιδιότητα του κράτους, εκφραζομένη δια των νόμων και προϋποθέτουσα την πιστή τήρησή τους τόσον από τους πολίτες, όσον και από τους πολιτικούς ταγούς. Όμως η λέξη «ΝΟΜΙΜΟΝ» διαβάζεται το ίδιο και από τις δύο πλευρές, πράγμα που σημαίνει ότι ο καθένας ερμηνεύει τους νόμους όπως θέλει, καθώς και ότι υπάρχουν πάντοτε, μέσα από τις ασάφειες που σκοπίμως αφήνονται κατά την ψήφισή τους, κάποια «παραθυράκια», μέσα από τα οποία καταλαβαίνουμε ότι οι νόμοι δημιουργούνται για να ξεχωρίσουν τους υπουργούς από τους κατ’ όνομα «πολίτες». Και λέω κατ’ όνομα, διότι οι Έλληνες μόνο πολίτες δεν είναι, μιας και ο τίτλος «υπήκοοι», ο οποίος αναγράφεται ευκρινώς στις ταυτότητές τους, τους έχει αναδείξει σε υπάκουα άβουλα πλάσματα μιας σάπιας κοινωνίας και μιας ακόμα πιο σάπιας ηγεσίας.
Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα: Για ένα μικρό χρέος π.χ. προς την Εφορία ένα αδύναμο άτομο καταλήγει πάντοτε στην φυλακή, ενώ για μία μεγάλη κλοπή δημοσίου χρήματος, από έναν πολιτικό η υπουργό, σε ελάχιστα χρόνια υπάρχει παραγραφή. Έτσι είναι, λένε, η κοινωνία... Όπως, όταν εγκλωβισθεί ένα κοπάδι ψαριών μέσα στα δίχτυα, τα μεγάλα ψάρια, οι καρχαρίες τα κόβουν και ξεφεύγουν μαζί με όσα μικρότερα ψάρια βρίσκονται κοντά τους, ενώ τα μικρά ψαράκια αιχμαλωτίζονται πάντοτε... Δύο μέτρα, λοιπόν, και δύο σταθμά.
Οι «μίζες» και το «λάδωμα» για να κινηθεί η (κρατική) μηχανή ανέρχονται, αναλόγως του είδους, σε υπέρογκα, υπερβαίνοντα κάθε φαντασία ποσά. Βεβαίως, και αυτών των «ειδικών» εννοιών η σημασία έχει επίσης αλλάξει, όπως και το όνομα, αποκτώντας νομιμοφανή επίφαση, εφ’ όσον έχει μετονομασθεί σε «νόμιμες προμήθειες». Ποιος, όμως, έδωσε το δικαίωμα να λάβει κάποιος χρηματική προμήθεια «νομίμως» για τον εαυτό του, διαχειριζόμενος χρήματα που δεν του ανήκουν; Εννοώ, ότι αν οι κύριοι αυτοί διεχειρίζοντο δικά τους χρήματα με γεια τους με χαρά τους να πάρουν όση προμήθεια θέλουν. Όταν όμως διαχειρίζονται χρήματα του ελληνικού λαού, τότε τα χρήματα της προμήθειας πρέπει να τα πάρει αντισταθμιστικά ο ελληνικός λαός! Οι υπουργοί έχουν τον μισθό τους, που, δόξα τω Θεώ, κάποιοι φρόντισαν να είναι παχυλός...
Ο απλός κόσμος, βεβαίως, δικαίως διαμαρτύρεται ότι δεν έχει χρήματα για τις βασικές του ανάγκες. Οι πετσοκομμένοι μισθοί όσων ακόμη εργάζονται, με την ακρίβεια, τα δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες, έχουν εξαντληθεί μέσα σε 15 ημέρες... Και μετά, ξανά δανεικά για τις υπόλοιπες δέκα πέντε. Οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας μας δεν αξιοποιούνται υπέρ των πολιτών αλλά αποτελούν αντικείμενο πολιτικής και όχι εθνικής διαπραγματεύσεως με τους κοσμοεξουσιαστές.
Το υπ’ αριθμόν «1» εθνικό πρόβλημα, η υπογεννητικότητα, χλευάζεται και αγνοείται προκλητικά από την πολιτεία, εφ’ όσον δεν επιδοτείται και δεν υποστηρίζεται χρηματικά η νέα ελληνική οικογένεια, ούτως ώστε να μπορέσει να αποκτήσει παιδιά, τα μέλη της δεν βρίσκουν τις περισσότερες φορές δουλειά, ενώ, αντιθέτως, οι παιδικοί σταθμοί στην πλειοψηφία τους διευκολύνουν περισσότερο τις αλλοδαπές λαθρομετανάστριες μητέρες από τις ελληνίδες, δεχόμενες τα παιδιά εκείνων.
Η ανασφάλεια που υπάρχει στον κόσμο είναι φοβερή. Οι κλοπές, οι επιθέσεις, είναι καθημερινό φαινόμενο, παρουσιάζοντας την αλήθεια γυμνή εμπρός στα μάτια των πολιτών, οι οποίοι αισθανόμενοι ανυπεράσπιστοι απειλούν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους. Τι να κάνουν οι λίγοι εναπομείναντες ευσυνείδητοι αστυνομικοί, όταν βλέπουν την πλειοψηφία των συναδέλφων τους να είναι αποσπασμένη σε πολιτικούς, σε μεγαλόσχημους δημοσιογράφους, σε οικονομικούς και εμπορικούς παράγοντες, σε ξένες πρεσβείες κ.λπ.
Έτσι, ενώ όλοι ψάχνουμε για «νομαρχία», όπως αναφέρει η «Ελληνική Νομαρχία» παρά του Ανωνύμου του Έλληνος, ενώ όλοι ψάχνουμε για μία πολιτεία όπου θα άρχει ο νόμος, βρισκόμαστε σε μία συνεχή αναρχία. Και «αναρχίας δε μείζον ουκ έστι κακόν», όπως γράφει και ο μεγάλος μας τραγικός και «ηθοποιός» (=ποιών ήθος) Σοφοκλής στην «Αντιγόνη» στ. 672. Συνεχίζει μάλιστα προφητικά ότι αυτή είναι που καταστρέφει τις πόλεις και κάνει ανάστατους τους οίκους: «αύτη πόλεις όλλυσιν, ήδ’ αναστάτους οίκους τίθησιν, ήδε συμμάχου δορός τροπάς καταρρήγνυσι».
Κρούουμε λοιπόν τον κώδωνα του κινδύνου. Ένα νέο έτος έρχεται. Το πλοίο της Ελλάδος, όμως, το έχει καταλάβει με ανταρσία το κάθε είδους πλήρωμα που υπάρχει σε αυτό! Ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί δεν μπορούν να το ελέγξουν. Και κυρίως δεν μπορούν να βρουν την κατεύθυνση και τον προορισμό, να χαράξουν την πορεία για να σωθούν! Η πυξίδα (του μεγαλείου και της συνέχειας) έχει χαθεί! Παλεύει στα κύματα του ωκεανού ανερμάτιστο!
Πρέπει γρήγορα ο πλοίαρχος με τους αξιωματικούς να ξαναβρούν την πυξίδα! Να καταστείλουν την ανταρσία. Να χαράξουν πορεία και προορισμό! Για να βοηθήσει πάλι ο θεός και να φυσήξει πάλι ο άνεμος της αισιοδοξίας! Γιατί να ξέρουν οι κυβερνήτες πως όταν το πλοίο δεν ξέρει που πάει, κανένας άνεμος δεν είναι ούριος!
Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ
Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου
Καθηγητού - Φιλολόγου
Ιστορικού – Συγγραφέως
Αυτή η γλώσσα, λοιπόν, που δεν μπόρεσαν να την αλλάξουν οι ορδές των βαρβάρων κατακτητών, έχει αρχίσει και συνεχίζει σταθερά να καταστρέφεται από κάποιους ελληνοφώνους (!) κατοίκους του Ελλαδικού (και όχι μόνον) χώρου, κατέχοντες αξιώματα.
Δυστυχώς όμως αυτή είναι η κατάρα της φυλής. Κι αυτό το είχαν επισημάνει και άλλοι αρχαίοι μας πρόγονοι. Ο Παυσανίας («Graeciae Descriptio» 9,36,5,1-2) γράφει: «Έλληνες δε άρα εισί δεινοί τα υπερόρια εν θαύματι τίθεσθαι μείζονι η τα οικεία.» (Οι Έλληνες είναι φοβεροί στο να θαυμάζουν περισσότερο αυτά που υπάρχουν στις ξένες χώρες παρά στην δική τους.)
Κάτι παρόμοιο επισημαίνει και ο Πίνδαρος στο έργο του «Πύθια» (Ωδή Γ , 21-22). «έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον, όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω...» (Υπάρχει ένα φύλο ανθρώπινο πολύ αστόχαστο, που χωρίς ντροπή περιφρονεί όσα έχει στην πατρίδα του και στρέφει το μάτι του στα μακρυνά.)
Ο Δημοσθένης ακόμα είχε επίσης πει για τους Αθηναίους ότι «δια ραθυμίαν η μαλακίαν εγκαταλείπειν τα τε των προγόνων έργα και τα συμφέροντα της πατρίδος.» (Δημοσθένους λόγοι: In epistulam Rhilippi, 22, 7-9)
Αλλά και ο μεγάλος μας ποιητής Νίκος Γκάτσος στο έργο του «Ο ικανοποιημένος κυριούλης»( εκδ. Πατάκη, σελ. 608) είχε εξ άλλου προβλέψει ότι:
« Πολύ δεν θέλει ο Έλληνας
να χάση την λαλιά του
και να γινή μισέλληνας
από την αμυαλιά του ».
Σήμερα έχει συμβή μία σειρά από γεγονότα, τα οποία κατεδεικνύουν ότι κάποιοι εργάζονται μεθοδικά για την καταστροφή της ελληνικής γλώσσης, και έχουν ήδη θέσει τα σχέδιά τους σε εφαρμογή.
Παίζουν ένα συνεχές και δόλιο παιχνίδι εις βάρος της. Φαίνεται πως οι δολιοφθορείς δεν κατάλαβαν τίποτε από την ιστορία της ... Ούτε και από όσα συμβούλευε ο Γκάτσος μέσα από κάποιους άλλους στίχους του:
« Είπα τόσα κι άλλα τόσα
ένα ακόμα θα σας πω:
Όποιος παίζει με την γλώσσα,
πνίγεται στον Ασωπό.
Είναι σαν τον παπαγάλο,
που άμα αρχίσει να μιλά,
λέει το ένα, λέει το άλλο
και βλακείες μας πουλά... »
[ Σχόλιο για την γλώσσα, εκδ. Πατάκη, σελ. 614 ]
Έτσι κι εμείς, οι φυσικοί κληρονόμοι της μοναδικής συμπαντικής γλώσσης Έλληνες, σήμερα, παπαγαλίζοντας πράγματα που δεν κατέχουμε, γιατί είναι ξένα προς εμάς, φθάσαμε στο σημείο να πουλάμε ασυνάρτητες «βλακείες », όπως προφητικά μας αναφέρει το ποίημα.
Δεχθήκαμε ελλαδικές συμμετοχές στον διαγωνισμό τραγουδιού της Ευροψίας (ελλαδιστί Eurovision) από το «S’ AGAPO» μέχρι τα τραγούδια με τους ελληνικώτατους τίτλους «Shake it» του «Sakis», «My number one» και «Evetything Ι have» της Άννας Βίσση, με μεγάλη ελληνική υπερηφάνεια !!!
Και τι περιμέναμε, όμως, από μία συμμετοχή που δεν ήταν ελληνική αλλά ελλαδική; Τι περιμέναμε λοιπόν; Να φθάσουμε σε μια σπουδαία κορυφή; Μα στην περίπτωση αποδόσεως υψίστης τιμής, γνωρίζουμε την ιστορία του Ολυμπιονίκη Διαγόρα, ο οποίος άκουσε να του λέη ένας θεατής, όταν τον σήκωσαν στα χέρια οι επίσης ολυμπιονίκες γιοι του την φράση: «Κάτθανε Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει». Εδώ λοιπόν, που δεν υπήρχε ελληνικός στίχος (δηλαδή ελληνική γλώσσα), τι άλλο θα φώναζαν οι Έλληνες (όχι οι Ελλαδίτες) από το «ουκ ες Όλυμπον Άννα Βίσση».
Ύστερα λοιπόν από όλα αυτά, ήταν φυσικό μέσα στην μακαριότητά μας να ξεχάσουμε την ποίηση του Νίκου Γκάτσου που μας συμβούλευε ακόμα μία φορά για την ζωή και την σημασία των αξιών και των ιδανικών, που της έδιναν λόγο υπάρξεως :
« Μία χούφτα είναι ο άνθρωπος
από στυφό προζύμι,
γεννιέται σαν αρχάγγελος
πεθαίνει σαν αγρίμι
Του μένει μόνο στην ζωή
μία γλώσσα, μία πατρίδα...
η πρώτη του παρηγοριά
και η στερνή του ελπίδα ... »
Εάν κάποιος σήμερα διαβάση κείμενα μαθητών της μέσης εκπαιδεύσεως, ακόμη και φοιτητών, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, θα απογοητευθή. Επαναλαμβάνουν συνεχώς τις ίδιες λέξεις, δεν έχουν καμμία σύνταξη. Και βέβαια ούτε λόγος για καλλιέπεια.
Ο Πρύτανις της Βασιλικής Ακαδημίας της Βασκωνίας Federico Sagredo είχε δηλώσει ότι «Η Ελληνική παιδεία και ο Ελληνικός πολιτισμός έγινε παγκόσμιος και οι Ευρωπαίοι δυνάμεθα επιτέλους να λέμε ότι είμαστε Έλληνες από παιδεία και μόρφωση. Διότι αν εμείς οι Ευρωπαίοι απαρνηθούμε την Ελληνική παιδεία και την κλασσική Ελληνική γλώσσα, απαρνιόμαστε την εθνική μας και ανθρώπινη ουσία.»
Και σε κάποιο άλλο σημείο της ομιλίας του ο Federico Sagredo συνεχίζει:
« Το να μιλά κανείς για ενωμένη Ευρώπη χωρίς Ελληνική Γλώσσα είναι σαν να μιλούν με ένα τυφλό για χρώματα. Δεν μπορεί να επέλθη μία νέα αναγέννηση εάν δεν πάμε στις πηγές. Εννοούμε σαφώς την Ελληνική Γλώσσα, την οποία ευρίσκομεν μερικώς σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, με την μορφή των επιστημονικών και τεχνικών όρων αλλά και λέξεων της πνευματικής ζωής, ακόμη και της καθημερινής ομιλίας, διότι αυτή αποτελεί την γεννήτορα γλώσσα των ευρωπαϊκών γλωσσών ».
Υπάρχει λοιπόν ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Ο λεκτικός πλούτος της Αρχαίας Ελλάδος αποτελεί την γλωσσική δεξαμενή, από την οποία άντλησαν και αντλούν όλες οι γλώσσες του κόσμου.
Ας την σεβαστούμε λοιπόν αυτή την γλώσσα. Ας την γνωρίσουμε καλύτερα. Ας την υπερασπιστούμε με την δύναμη και την ορμή του ηφαιστείου. Και να θυμόμαστε, όπως είπαμε και στην αρχή του βιβλίου, ότι τα ηφαίστεια δεν μένουν στην ιστορία για την ύπαρξή τους, αλλά για την έκρηξή τους.
Θα έπρεπε σήμερα το θέμα της γλώσσας να είναι πρωτοσέλιδο σε όλες τις ελληνικές εφημερίδες με μεγάλα γράμματα. Θα έπρεπε να είναι πρώτο θέμα στις ειδήσεις των τηλεοράσεων.
Θα έπρεπε να έχουν ανοιχθή παράθυρα σε όλες τις τηλεοπτικές εκπομπές για να αναδείξουν το θέμα και να πιέσουν για μία ιστορική πολιτική απόφαση, αντί να ασχολούνται με το τι έγινε στο τάδε τηλεπαιχνίδι η με το τι είπε ο γείτονας του εξαδέλφου του «μπαντζανάκη» του δείνα συμμετέχοντος σε κάθε ένα από αυτά!
Γι αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη να παρέμβη η ιδιωτική πρωτοβουλία. Να αξιοποιήση την ευκαιρία που παρουσιάζεται και να επιτελέση έργον επιτάγματος προσφέροντας στα ελληνόπουλα την ευκαιρία να επικοινωνήσουν με την γλώσσα των προγόνων τους, μαθαίνοντας την μέγιστη σημασία της αλλά και την υπεροχή της έναντι των άλλων γλωσσών, και να πάψουν να μιμούνται με ...εθνική υπερηφάνεια τις βάρβαρες εκδοχές των θείων λέξεών της.
Όπως και να το κάνουμε η «μουσική» είναι πιο όμορφη λέξη από την «music». Όπως η «φήμη» αλλά και η «ιστορία», της οποίας πατέρες είναι ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης, είναι σημαντικώτερες λέξεις από τις λέξεις «fame» και «story», οι οποίες ηχούν βαρβαρόφωνα.
Σε κάθε εκδήλωση για την γλώσσα βλέπω πολλούς πολιτικούς να προσέρχωνται για να δηλώσουν αλληλέγγυοι με εκείνους τους αγνούς Έλληνες που τόσα χρόνια μιλούν για την γλώσσα σε «ώτα μη ακουόντων».
Προσέρχονται με χαμόγελα, μιλούν για το τι πρέπει να γίνη, χωρίς όμως να κάνουν κάτι οι ίδιοι. Ανάμεσα στους τιμητές είναι και αυτοί που υπέγραψαν την καταστροφή της ελληνικής βουλευτές η υπουργοί.
Προσέρχονται στις εκδηλώσεις που γίνονται για την υποστήριξη και διάσωση της ελληνική γλώσσης. Μιλάνε για την υπεράσπισή της, ξεχνώντας ότι η εντολή για την δολοφονία της, φέρει την δική τους υπογραφή!
Δεν ζητούν ούτε καν συγγνώμη. Αντιθέτως, σε εκδήλωση για την γλώσσα που έγινε πριν λίγους μήνες στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων και ενώ η ομιλήτρια κ. Άννα Ευσταθίου μίλησε για το έγκλημα του μονοτονικού, ο παριστάμενος και υπογράψας τότε την δολοφονία του επί χιλιάδες χρόνια τονικού συστήματος της ελληνικής υπουργός, εφάνη αμετανόητος και εδήλωσε ... υπερήφανος που επί των ημερών του ελύθη ένα μεγάλο πρόβλημα που ταλάνιζε τον ελληνικό λαό!!!
Δυστυχώς, ο τότε υπουργός, δεν έχει κατανοήσει πλέον, ότι έχει απομείνει ένας από τους ελάχιστους, σήμερα, αν όχι ο μόνος, από όσους τότε ψήφισαν την επιβολή του μονοτονικού, που εξακολουθεί να έχη την ίδια άποψη για το θέμα. Οι περισσότεροι το κατάλαβαν και με τον τρόπο τους ζήτησαν συγγνώμη, την οποία εμείς βεβαίως θα την θεωρήσουμε ειλικρινή και θα την δεχθούμε, μόνο εάν κάνουν κάτι για να επανορθώσουν. Όσο λάμπουν δια της αδρανείας τους, παραμένουν σε κατάλογο «πνευματικών προγραφών» στην σκέψη των Ελλήνων.
Αφιερώνω λοιπόν στον ακόμη αμετανόητο ως προς την τότε ενέργειά του υπουργό, την έρευνα του κ. Τσέγκου. Και να γνωρίζη ότι «το σφάλλειν ανθρώπινον»!
Ας ζητήση συγγνώμη και ας ενώση την φωνή του με την δική μας! Όπως να κάνουν και όλοι οι πολιτικοί και όλες οι γλωσσικές ενώσεις.
Ήδη χάσαμε μία γενιά και τώρα χάνουμε και την δεύτερη. Αν χάσουμε και άλλη δεν ξέρω αν θα υπάρξη δρόμος επιστροφής.
Πριν λίγο καιρό, ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος είχε λάβει απόφαση να διαβάζεται μεταφρασμένο το ευαγγέλιο στην δημοτική. Μέγιστον λάθος και, ευτυχώς για όλους, η σοφία του υπερίσχυσε των εισηγήσεων και την ανεκάλεσε!
Η εκκλησία διέσωσε επί τόσα χρόνια την ελληνική γλώσσα με το να την διατηρή στα λόγια του Ευαγγελίου. Διατήρησε ακόμη και χαμένες σήμερα εγκλίσεις. Αλήθεια αναρωτήθηκε κανείς ότι λέγοντας «Θεός φυλάξοι», μία φράση που όλοι καταλαβαίνουμε, χρησιμοποιούμε την ευκτική έγκλιση που έχει ήδη χαθή!
Αυτή η μεγάλη προσφορά της εκκλησίας σήμερα κινδύνεψε να ξεχασθή από μία, θέλω να πιστεύω επιπόλαια, απόφαση. Αν υλοποιήτο και συνεχίζετο, θα άνοιγε και η τελευταία κερκόπορτα. Και μετά το χάος φάνταζε απύθμενο!
Ας σταματήσουμε, λοιπόν, πια τα λόγια και ας έλθουμε στα έργα.
Τα ευχολόγια είναι για τους αδρανείς. Στους Έλληνες ταιριάζει η δράση. Και τα αιτήματά μας πρέπει πλέον να είναι πολύ συγκεκριμένα: Επαναφορά της ιστορικής ορθογραφίας, επαναφορά της ιστορικής γραμματικής, άμεση επαναφορά του πολυτονικού συστήματος, προστασία της γλώσσης κατά την χρήση της στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και τις πινακίδες και κυρίως να σταματήσουν οι πολιτικοί να παίρνουν αποφάσεις για την γλώσσα μας.
Να προστατεύσουν δυναμικά την γλώσσα, όπως έκανε ο Γάλλος Πρόεδρος Ζακ Σιράκ, ο οποίος απεχώρησε, όταν συμπατριώτης του μίλησε σε επιτροπή της ΕΕ στα αγγλικά. Ιδού, λοιπόν, «πεδίον δόξης λαμπρόν» για τους πολιτικούς. Τους δίνεται η ευκαιρία να γραφούν με χρυσά γράμματα στην ιστορία.
Την συμπαράσταση που εκφράζουν σε κάθε εκδήλωση που γίνεται για την γλώσσα, να την εξαργυρώσουν πλέον με έμπρακτη δράση υπέρ αυτής στο ελληνικό κοινοβούλιο.
Όπως λέει και ένα τραγούδι... «λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά»....
Αν δεν το κάνουν τα πράγματα θα είναι πλέον πολύ δύσκολα. Γιατί όλοι οι Έλληνες, και μεταξύ τους κι εγώ σαν απλός πολίτης, όπως λέει ένα άλλο τραγούδι,
« φοβάμαι όλα αυτά
που θα γίνουν για μένα,
χωρὶς ἐμένα »...
Καθηγητού - Φιλολόγου
Ιστορικού – Συγγραφέως
Αυτή η γλώσσα, λοιπόν, που δεν μπόρεσαν να την αλλάξουν οι ορδές των βαρβάρων κατακτητών, έχει αρχίσει και συνεχίζει σταθερά να καταστρέφεται από κάποιους ελληνοφώνους (!) κατοίκους του Ελλαδικού (και όχι μόνον) χώρου, κατέχοντες αξιώματα.
Δυστυχώς όμως αυτή είναι η κατάρα της φυλής. Κι αυτό το είχαν επισημάνει και άλλοι αρχαίοι μας πρόγονοι. Ο Παυσανίας («Graeciae Descriptio» 9,36,5,1-2) γράφει: «Έλληνες δε άρα εισί δεινοί τα υπερόρια εν θαύματι τίθεσθαι μείζονι η τα οικεία.» (Οι Έλληνες είναι φοβεροί στο να θαυμάζουν περισσότερο αυτά που υπάρχουν στις ξένες χώρες παρά στην δική τους.)
Κάτι παρόμοιο επισημαίνει και ο Πίνδαρος στο έργο του «Πύθια» (Ωδή Γ , 21-22). «έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον, όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω...» (Υπάρχει ένα φύλο ανθρώπινο πολύ αστόχαστο, που χωρίς ντροπή περιφρονεί όσα έχει στην πατρίδα του και στρέφει το μάτι του στα μακρυνά.)
Ο Δημοσθένης ακόμα είχε επίσης πει για τους Αθηναίους ότι «δια ραθυμίαν η μαλακίαν εγκαταλείπειν τα τε των προγόνων έργα και τα συμφέροντα της πατρίδος.» (Δημοσθένους λόγοι: In epistulam Rhilippi, 22, 7-9)
Αλλά και ο μεγάλος μας ποιητής Νίκος Γκάτσος στο έργο του «Ο ικανοποιημένος κυριούλης»( εκδ. Πατάκη, σελ. 608) είχε εξ άλλου προβλέψει ότι:
« Πολύ δεν θέλει ο Έλληνας
να χάση την λαλιά του
και να γινή μισέλληνας
από την αμυαλιά του ».
Σήμερα έχει συμβή μία σειρά από γεγονότα, τα οποία κατεδεικνύουν ότι κάποιοι εργάζονται μεθοδικά για την καταστροφή της ελληνικής γλώσσης, και έχουν ήδη θέσει τα σχέδιά τους σε εφαρμογή.
Παίζουν ένα συνεχές και δόλιο παιχνίδι εις βάρος της. Φαίνεται πως οι δολιοφθορείς δεν κατάλαβαν τίποτε από την ιστορία της ... Ούτε και από όσα συμβούλευε ο Γκάτσος μέσα από κάποιους άλλους στίχους του:
« Είπα τόσα κι άλλα τόσα
ένα ακόμα θα σας πω:
Όποιος παίζει με την γλώσσα,
πνίγεται στον Ασωπό.
Είναι σαν τον παπαγάλο,
που άμα αρχίσει να μιλά,
λέει το ένα, λέει το άλλο
και βλακείες μας πουλά... »
[ Σχόλιο για την γλώσσα, εκδ. Πατάκη, σελ. 614 ]
Έτσι κι εμείς, οι φυσικοί κληρονόμοι της μοναδικής συμπαντικής γλώσσης Έλληνες, σήμερα, παπαγαλίζοντας πράγματα που δεν κατέχουμε, γιατί είναι ξένα προς εμάς, φθάσαμε στο σημείο να πουλάμε ασυνάρτητες «βλακείες », όπως προφητικά μας αναφέρει το ποίημα.
Δεχθήκαμε ελλαδικές συμμετοχές στον διαγωνισμό τραγουδιού της Ευροψίας (ελλαδιστί Eurovision) από το «S’ AGAPO» μέχρι τα τραγούδια με τους ελληνικώτατους τίτλους «Shake it» του «Sakis», «My number one» και «Evetything Ι have» της Άννας Βίσση, με μεγάλη ελληνική υπερηφάνεια !!!
Και τι περιμέναμε, όμως, από μία συμμετοχή που δεν ήταν ελληνική αλλά ελλαδική; Τι περιμέναμε λοιπόν; Να φθάσουμε σε μια σπουδαία κορυφή; Μα στην περίπτωση αποδόσεως υψίστης τιμής, γνωρίζουμε την ιστορία του Ολυμπιονίκη Διαγόρα, ο οποίος άκουσε να του λέη ένας θεατής, όταν τον σήκωσαν στα χέρια οι επίσης ολυμπιονίκες γιοι του την φράση: «Κάτθανε Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει». Εδώ λοιπόν, που δεν υπήρχε ελληνικός στίχος (δηλαδή ελληνική γλώσσα), τι άλλο θα φώναζαν οι Έλληνες (όχι οι Ελλαδίτες) από το «ουκ ες Όλυμπον Άννα Βίσση».
Ύστερα λοιπόν από όλα αυτά, ήταν φυσικό μέσα στην μακαριότητά μας να ξεχάσουμε την ποίηση του Νίκου Γκάτσου που μας συμβούλευε ακόμα μία φορά για την ζωή και την σημασία των αξιών και των ιδανικών, που της έδιναν λόγο υπάρξεως :
« Μία χούφτα είναι ο άνθρωπος
από στυφό προζύμι,
γεννιέται σαν αρχάγγελος
πεθαίνει σαν αγρίμι
Του μένει μόνο στην ζωή
μία γλώσσα, μία πατρίδα...
η πρώτη του παρηγοριά
και η στερνή του ελπίδα ... »
Εάν κάποιος σήμερα διαβάση κείμενα μαθητών της μέσης εκπαιδεύσεως, ακόμη και φοιτητών, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, θα απογοητευθή. Επαναλαμβάνουν συνεχώς τις ίδιες λέξεις, δεν έχουν καμμία σύνταξη. Και βέβαια ούτε λόγος για καλλιέπεια.
Ο Πρύτανις της Βασιλικής Ακαδημίας της Βασκωνίας Federico Sagredo είχε δηλώσει ότι «Η Ελληνική παιδεία και ο Ελληνικός πολιτισμός έγινε παγκόσμιος και οι Ευρωπαίοι δυνάμεθα επιτέλους να λέμε ότι είμαστε Έλληνες από παιδεία και μόρφωση. Διότι αν εμείς οι Ευρωπαίοι απαρνηθούμε την Ελληνική παιδεία και την κλασσική Ελληνική γλώσσα, απαρνιόμαστε την εθνική μας και ανθρώπινη ουσία.»
Και σε κάποιο άλλο σημείο της ομιλίας του ο Federico Sagredo συνεχίζει:
« Το να μιλά κανείς για ενωμένη Ευρώπη χωρίς Ελληνική Γλώσσα είναι σαν να μιλούν με ένα τυφλό για χρώματα. Δεν μπορεί να επέλθη μία νέα αναγέννηση εάν δεν πάμε στις πηγές. Εννοούμε σαφώς την Ελληνική Γλώσσα, την οποία ευρίσκομεν μερικώς σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, με την μορφή των επιστημονικών και τεχνικών όρων αλλά και λέξεων της πνευματικής ζωής, ακόμη και της καθημερινής ομιλίας, διότι αυτή αποτελεί την γεννήτορα γλώσσα των ευρωπαϊκών γλωσσών ».
Υπάρχει λοιπόν ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Ο λεκτικός πλούτος της Αρχαίας Ελλάδος αποτελεί την γλωσσική δεξαμενή, από την οποία άντλησαν και αντλούν όλες οι γλώσσες του κόσμου.
Ας την σεβαστούμε λοιπόν αυτή την γλώσσα. Ας την γνωρίσουμε καλύτερα. Ας την υπερασπιστούμε με την δύναμη και την ορμή του ηφαιστείου. Και να θυμόμαστε, όπως είπαμε και στην αρχή του βιβλίου, ότι τα ηφαίστεια δεν μένουν στην ιστορία για την ύπαρξή τους, αλλά για την έκρηξή τους.
Θα έπρεπε σήμερα το θέμα της γλώσσας να είναι πρωτοσέλιδο σε όλες τις ελληνικές εφημερίδες με μεγάλα γράμματα. Θα έπρεπε να είναι πρώτο θέμα στις ειδήσεις των τηλεοράσεων.
Θα έπρεπε να έχουν ανοιχθή παράθυρα σε όλες τις τηλεοπτικές εκπομπές για να αναδείξουν το θέμα και να πιέσουν για μία ιστορική πολιτική απόφαση, αντί να ασχολούνται με το τι έγινε στο τάδε τηλεπαιχνίδι η με το τι είπε ο γείτονας του εξαδέλφου του «μπαντζανάκη» του δείνα συμμετέχοντος σε κάθε ένα από αυτά!
Γι αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη να παρέμβη η ιδιωτική πρωτοβουλία. Να αξιοποιήση την ευκαιρία που παρουσιάζεται και να επιτελέση έργον επιτάγματος προσφέροντας στα ελληνόπουλα την ευκαιρία να επικοινωνήσουν με την γλώσσα των προγόνων τους, μαθαίνοντας την μέγιστη σημασία της αλλά και την υπεροχή της έναντι των άλλων γλωσσών, και να πάψουν να μιμούνται με ...εθνική υπερηφάνεια τις βάρβαρες εκδοχές των θείων λέξεών της.
Όπως και να το κάνουμε η «μουσική» είναι πιο όμορφη λέξη από την «music». Όπως η «φήμη» αλλά και η «ιστορία», της οποίας πατέρες είναι ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης, είναι σημαντικώτερες λέξεις από τις λέξεις «fame» και «story», οι οποίες ηχούν βαρβαρόφωνα.
Σε κάθε εκδήλωση για την γλώσσα βλέπω πολλούς πολιτικούς να προσέρχωνται για να δηλώσουν αλληλέγγυοι με εκείνους τους αγνούς Έλληνες που τόσα χρόνια μιλούν για την γλώσσα σε «ώτα μη ακουόντων».
Προσέρχονται με χαμόγελα, μιλούν για το τι πρέπει να γίνη, χωρίς όμως να κάνουν κάτι οι ίδιοι. Ανάμεσα στους τιμητές είναι και αυτοί που υπέγραψαν την καταστροφή της ελληνικής βουλευτές η υπουργοί.
Προσέρχονται στις εκδηλώσεις που γίνονται για την υποστήριξη και διάσωση της ελληνική γλώσσης. Μιλάνε για την υπεράσπισή της, ξεχνώντας ότι η εντολή για την δολοφονία της, φέρει την δική τους υπογραφή!
Δεν ζητούν ούτε καν συγγνώμη. Αντιθέτως, σε εκδήλωση για την γλώσσα που έγινε πριν λίγους μήνες στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων και ενώ η ομιλήτρια κ. Άννα Ευσταθίου μίλησε για το έγκλημα του μονοτονικού, ο παριστάμενος και υπογράψας τότε την δολοφονία του επί χιλιάδες χρόνια τονικού συστήματος της ελληνικής υπουργός, εφάνη αμετανόητος και εδήλωσε ... υπερήφανος που επί των ημερών του ελύθη ένα μεγάλο πρόβλημα που ταλάνιζε τον ελληνικό λαό!!!
Δυστυχώς, ο τότε υπουργός, δεν έχει κατανοήσει πλέον, ότι έχει απομείνει ένας από τους ελάχιστους, σήμερα, αν όχι ο μόνος, από όσους τότε ψήφισαν την επιβολή του μονοτονικού, που εξακολουθεί να έχη την ίδια άποψη για το θέμα. Οι περισσότεροι το κατάλαβαν και με τον τρόπο τους ζήτησαν συγγνώμη, την οποία εμείς βεβαίως θα την θεωρήσουμε ειλικρινή και θα την δεχθούμε, μόνο εάν κάνουν κάτι για να επανορθώσουν. Όσο λάμπουν δια της αδρανείας τους, παραμένουν σε κατάλογο «πνευματικών προγραφών» στην σκέψη των Ελλήνων.
Αφιερώνω λοιπόν στον ακόμη αμετανόητο ως προς την τότε ενέργειά του υπουργό, την έρευνα του κ. Τσέγκου. Και να γνωρίζη ότι «το σφάλλειν ανθρώπινον»!
Ας ζητήση συγγνώμη και ας ενώση την φωνή του με την δική μας! Όπως να κάνουν και όλοι οι πολιτικοί και όλες οι γλωσσικές ενώσεις.
Ήδη χάσαμε μία γενιά και τώρα χάνουμε και την δεύτερη. Αν χάσουμε και άλλη δεν ξέρω αν θα υπάρξη δρόμος επιστροφής.
Πριν λίγο καιρό, ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος είχε λάβει απόφαση να διαβάζεται μεταφρασμένο το ευαγγέλιο στην δημοτική. Μέγιστον λάθος και, ευτυχώς για όλους, η σοφία του υπερίσχυσε των εισηγήσεων και την ανεκάλεσε!
Η εκκλησία διέσωσε επί τόσα χρόνια την ελληνική γλώσσα με το να την διατηρή στα λόγια του Ευαγγελίου. Διατήρησε ακόμη και χαμένες σήμερα εγκλίσεις. Αλήθεια αναρωτήθηκε κανείς ότι λέγοντας «Θεός φυλάξοι», μία φράση που όλοι καταλαβαίνουμε, χρησιμοποιούμε την ευκτική έγκλιση που έχει ήδη χαθή!
Αυτή η μεγάλη προσφορά της εκκλησίας σήμερα κινδύνεψε να ξεχασθή από μία, θέλω να πιστεύω επιπόλαια, απόφαση. Αν υλοποιήτο και συνεχίζετο, θα άνοιγε και η τελευταία κερκόπορτα. Και μετά το χάος φάνταζε απύθμενο!
Ας σταματήσουμε, λοιπόν, πια τα λόγια και ας έλθουμε στα έργα.
Τα ευχολόγια είναι για τους αδρανείς. Στους Έλληνες ταιριάζει η δράση. Και τα αιτήματά μας πρέπει πλέον να είναι πολύ συγκεκριμένα: Επαναφορά της ιστορικής ορθογραφίας, επαναφορά της ιστορικής γραμματικής, άμεση επαναφορά του πολυτονικού συστήματος, προστασία της γλώσσης κατά την χρήση της στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και τις πινακίδες και κυρίως να σταματήσουν οι πολιτικοί να παίρνουν αποφάσεις για την γλώσσα μας.
Να προστατεύσουν δυναμικά την γλώσσα, όπως έκανε ο Γάλλος Πρόεδρος Ζακ Σιράκ, ο οποίος απεχώρησε, όταν συμπατριώτης του μίλησε σε επιτροπή της ΕΕ στα αγγλικά. Ιδού, λοιπόν, «πεδίον δόξης λαμπρόν» για τους πολιτικούς. Τους δίνεται η ευκαιρία να γραφούν με χρυσά γράμματα στην ιστορία.
Την συμπαράσταση που εκφράζουν σε κάθε εκδήλωση που γίνεται για την γλώσσα, να την εξαργυρώσουν πλέον με έμπρακτη δράση υπέρ αυτής στο ελληνικό κοινοβούλιο.
Όπως λέει και ένα τραγούδι... «λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά»....
Αν δεν το κάνουν τα πράγματα θα είναι πλέον πολύ δύσκολα. Γιατί όλοι οι Έλληνες, και μεταξύ τους κι εγώ σαν απλός πολίτης, όπως λέει ένα άλλο τραγούδι,
« φοβάμαι όλα αυτά
που θα γίνουν για μένα,
χωρὶς ἐμένα »...
Subscribe to:
Posts (Atom)